Κατηγορία: Δοκίμιο

Valentin Groebner
Retroland. Geschichtstourismus und die Sehnsucht nach dem Authentischen
[Retroland. Ιστορικός τουρισμός και η νοσταλγία για το αυθεντικό]

Δοκίμιο

Φανταστικοί παράδεισοι

Το εξαίσιο δοκίμιο «Retroland» του Valentin Groebner διερευνά το γιατί επιζητούμε να θεραπεύσουμε τη νοσταλγία μας για το αυθεντικό με ταξίδια.
 
«Οι διακοπές», επισημαίνει ο ιστορικός Valentin Groebner, «υπόσχονται το ταξίδι σε ένα παρελθόν που κατά έναν μαγικό τρόπο έχει διατηρηθεί». Είτε πρόκειται για παρθένα φύση είτε για ιστορικές παλαιές πόλεις ή για αυθεντικούς κατοίκους και τον κόσμο στον οποίο εκτυλίσσεται η ζωή τους, το απομακρυσμένο φαίνεται ότι μπορεί να προσφέρει πάντοτε κάτι που απουσιάζει από την καθημερινότητά μας και διασώζεται «ακόμη» στον ξένο τόπο. Το εξαιρετικά καλαίσθητο όσο και προσιτό δοκίμιο του Groebner γι’ αυτήν τη «Retroland» –υπότιτλος: «Ιστορικός τουρισμός και η νοσταλγία για το αυθεντικό»– επιχειρεί να διαυγάσει πρώτα απ’ όλα τους πόθους που μας ωθούν σε μακρινούς τόπους ή στο παρελθόν.  
 
Γιατί θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, ρωτάει ο συγγραφέας, και πότε άρχισε αυτό; Ο σύγχρονος τουρισμός έχει ηλικία περίπου εκατόν πενήντα χρόνων και έχει εξελιχτεί προ πολλού σε έναν γιγαντιαίο τομέα παροχής υπηρεσιών: δέκα τοις εκατό του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος παγκοσμίως επιτυγχάνεται από τον τουριστικό τομέα, ένας στους οκτώ το 2016 ήταν καθ’ οδόν ως τουρίστας. Το ότι ο τουρισμός υπηρετεί τόσο πετυχημένα τη λαχτάρα για Quality Time και γνησιότητα έγκειται πρώτα και κύρια στο γεγονός πως είναι μια «μηχανή ανάκτησης του χρόνου», σύμφωνα με τον Groebner: «Στις διακοπές –και για την ακρίβεια μόνο εκεί– αποδίδεται σε κάποιον και πάλι ο χρόνος που δεν είχε πουθενά αλλού».
 
Το ότι αυτή η επίκληση του αυθεντικού λειτουργεί τόσο καλά έχει σχέση με τη συνδυαστική μορφή ιστορικών διηγήσεων: κάνουν προσβάσιμο αυτό που έχει αμετάκλητα παρέλθει και το καθιστούν και πάλι αναγνωρίσιμο στο σήμερα. Ο Groebner, έτος γέννησης 1962, διδάσκει Ιστορία του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης στο Πανεπιστήμιο της Λουκέρνης – στην πορεία της έρευνάς του, μάλιστα, ρίχνει και μια κριτική ματιά στις ιστορικές επιστήμες, που για πολύ καιρό είχαν ασχοληθεί μάλλον πλημμελώς με τον τουρισμό. Στον προ τριετίας δημοσιευμένο τόμο «Ich-Plakate» (ελλ. Προσωπογραφίες), μια «Ιστορία του Προσώπου», ο Groebner είχε αναλύσει τους ιστορικούς αυτοσχεδιασμούς από τις απαρχές απεικόνισης του πορτρέτου μέχρι τη φωτογραφία – και αυτό συνυφασμένο με μια κριτική ματιά στην εργασία των ιστορικών. Στο νέο βιβλίο του ο Groebner δεν περιφρονεί ούτε τη λαχτάρα για το γνήσιο ούτε το καταφανώς σκηνοθετημένο στον τουρισμό – χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: τα μικρά τρενάκια που διασχίζουν κάθε καλοκαίρι τους διάφορους τουριστικούς προορισμούς: «Δεν σκοπεύω να απαξιώσω το κοινότοπο στον τουρισμό, αλλά να το παρατηρήσω».
 
Η Μεγάλη Πορεία του στους τόπους της νοσταλγίας με πιστοποιητικό γνησιότητας αρχίζει από την πρώιμη Αναγέννηση, στα «Sacri Monti» στο Πεδεμόντιο. Εκεί, από μια σειρά ξωκκλήσια ανασκευάστηκε μια ιστορία πάθους, μια αναπαράσταση Ιστορίας που ξεκίνησε ήδη από τον 15ο αιώνα. «Να γίνουν και πάλι ορατά τα ιστορικά συμβάντα της βιβλικής αρχαιότητας», ήταν το σχέδιο των Sacri Monti – ο Groebner τα διαβάζει ως πρώιμα θεματικά πάρκα που έκαναν εφικτή την άμεση επαφή με τις βιβλικές διηγήσεις. Το ότι στο μεταξύ η αρχαιότητα ανακαλύφθηκε και πάλι από τους ουμανιστές και γεννήθηκαν οι σύγχρονες επιστήμες δεν συνιστά ωστόσο αντίφαση: η αρχαιότητα έπρεπε να σχεδιαστεί εκ νέου, και μάλιστα να προβληθεί έτι περαιτέρω, όπως γράφει ο Groebner· ήταν πάνω απ’ όλα σαφές για τους λόγιους ότι «γράφεται Ιστορία». Έτσι αποδεικνύεται ότι η Ιστορία προσαρμόζεται πάντα στο εκάστοτε παρόν.
 
Στη συνέχεια ο ιστορικός εξετάζει τις νέες ιστορικές, και ειδικότερα τις μεσαιωνικές, ανακαλύψεις του 19ου αιώνα, από το Παρίσι και τη Λουκέρνη μέχρι την πόλη της Κωνσταντίας. Το γεγονός ότι ο Μεσαίωνας εξυμνήθηκε ως έκφραση προέλευσης είχε να κάνει ως επί το πλείστον με την ανάγκη των νέων εθνικών κρατών για ένα αξιοσέβαστο παρελθόν· παντού προκύπτουν μνημεία, το παλαιό καλλωπίζεται και προβάλλεται ως νέο. Πολύ εύλογα επισημαίνει ο Groebner, «πόσο συγκριτικά πρόσφατη υπόθεση είναι αυτή η επικαιροποίηση του παρελθόντος». Η αξιοποίηση και προβολή του ως αξιοθέατο αρχίζει τον 19ο αιώνα ως «βιομηχανικά οργανωμένο μαζικό φαινόμενο». Παντού σε όλη την Ευρώπη ξαναχτίζουν σε ρυθμούς γοτθικής ή μπαρόκ αρχιτεκτονικής. Όλα fake: μια τάση που καλά κρατεί στον 20ό αιώνα. Το γεγονός ότι πολλά εμβληματικά σύμβολα –όπως, για παράδειγμα, η Γέφυρα της Λουκέρνης– αξιολογούνται σήμερα ως «πιστά αντίγραφα» επιβεβαιώνει σε αυτό το πλαίσιο ακριβώς την αναζήτηση του αυθεντικού. Η προσομοίωση παρέχει προσανατολισμό κατά τον Groebner. Στο τέλος είναι το αντίγραφο που υπόσχεται τη μέγιστη φυσικότητα.  
 
Σε μεγάλο βαθμό ο συγγραφέας αφήνει και τις προσωπικές του εμπειρίες να εισρεύσουν στην ανάλυσή του για τις τουριστικές ανακαλύψεις. Πραγματοποιεί μια αγιουρβεδική θεραπεία στη Σρι Λάνκα και επισκέπτεται μια ισπανική παραλία στη Μεσόγειο την οποία γνώριζε από τη δεκαετία του 1980. Γίνεται ξεκάθαρο ότι οι σύγχρονες ταυτότητες καθορίζονται ουσιαστικά από την επιλογή των «κατάλληλων» παρελθόντων· και επειδή εκείνο που έχει παρέλθει δεν είναι πια διαθέσιμο, πρέπει να αναζητηθεί επίμονα και να το επισκεφτεί κανείς πραγματοποιώντας νέα ταξίδια κάθε φορά. Και σε αυτή την περίπτωση συμβαίνει φυσικά συχνά οι τόποι της νοσταλγίας, εφόσον κάποτε κατακτηθούν, να μην είναι και τόσο καταπληκτικοί. Το βιβλίο κλείνει με ένα τελευταίο ευφυολόγημα: «Βλέπεις», λέει η κόρη του συγγραφέα σε κάποιο ειδυλλιακό ελληνικό νησί διακοπών, «ο παράδεισος είναι βαρετός». 

Μετάφραση: Γιάννης Κέλογλου
Jutta Person

Κείμενο: Jutta Person, 20.12.2018

Η Jutta Person γεννήθηκε το 1971 στο Ζύντμπαντεν. Σπούδασε γερμανική φιλολογία, ιταλική φιλολογία και φιλοσοφία στην Κολωνία και την Ιταλία και η διδακτορική της διατριβή είχε ως θέμα την ιστορία της φυσιογνωμίας τον 19ο αιώνα. Η δημοσιογράφος και επιστήμων στον κλάδο των πολιτισμικών σπουδών ζει στο Βερολίνο και γράφει στις εφημερίδες Süddeutsche Zeitung και Die Zeit, καθώς και στα περιοδικά Literaturen και Philosophie Magazin. Από το 2004 έως το 2007 ήταν αρχισυντάκτρια στο Literaturen ενώ από τον Οκτώβριο του 2011 είναι υπεύθυνη για τη στήλη των βιβλίων στο Philosophie Magazin. Το 2012 ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής των γερμανικών βραβείων βιβλίου.

(Επικαιροποίηση: 2019)