Κατηγορία: Δοκίμιο

Florian Mühlfried
Misstrauen. Vom Wert eines Unwertes
[Δυσπιστία. Για την αξία μιας έλλειψης αξίας.]

Έκθεση Ιδεών

Πρόσεχε ποιον εμπιστεύεσαι. Ο Φλόριαν Μύλφριντ εξετάζει τη δυσπιστία και μαζί την «αξία μιας έλλειψης αξίας».

«Η εμπιστοσύνη είναι καλή, ο έλεγχος είναι καλύτερος», έτσι  εκφράστηκε ο Λένιν σύντομα και περιεκτικά. Τώρα ο Φλόριαν Μύλφριντ, εθνολόγος, κοινωνικός ανθρωπολόγος και ειδικός για τον Καύκασο στο πανεπιστήμιο της Γιένα, έχει γράψει ένα δοκίμιο, το οποίο εξετάζει λίγο πιο λεπτομερώς τη σχέση μεταξύ δυσπιστίας και εμπιστοσύνης. Στην εμπιστοσύνη, η οποία στην περίπτωση του Λένιν τουλάχιστον ήταν «καλή» ακόμα, ο Μύλφριντ κάνει μια μάλλον τυπική μνεία. Ακόμα και σε εποχές στις οποίες οι πολιτικοί φλερτάρουν με την εμπιστοσύνη και καταπολεμούν τις κρίσεις εμπιστοσύνης, θα έπρεπε κανείς να αναλύει αυτή την αδιαμφισβήτητη αξία – όπως επίσης και το αρνητικά φορτισμένο δίδυμό της, τη δυσπιστία. Σε αντίθεση με την αμφιβολία, η οποία από την εποχή του Ρενέ Ντεκάρτ είχε απολύτως θετικό νόημα, η δυσπιστία συγκεκριμένα δεν έχει κάποιο λόμπι – απεναντίας, πέρα από λίγες εξαιρέσεις ούτε οι φιλόσοφοι ούτε οι κοινωνιολόγοι της έδιναν μεγάλη σημασία. Στην πορεία της «κρίσης του αληθινού» και των παγκόσμιων κινημάτων που είναι εχθρικά απέναντι στους ειδικούς, ενισχύεται επιπλέον η τάση να παρουσιάζουμε τη δυσπιστία απλώς ως κίνδυνο και την εμπιστοσύνη ως σανίδα σωτηρίας της δημοκρατίας. Ενάντια σε αυτή την τάση ο Μύλφριντ διαπιστώνει: «Όχι μόνο χωρίς εμπιστοσύνη, και χωρίς δυσπιστία επίσης δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία.»
Ξεχωρίζει έτσι διάφορες μορφές και πτυχές της δυσπιστίας: Η κεντρομόλος δυσπιστία δρα προς τα μέσα και εμφανίζεται στην «κοινωνική κινητοποίηση για τον έλεγχο κρατικών ή οικονομικών δραστηριοτήτων», από την ένωση φορολογουμένων μέχρι την Greenpeace. Η φυγόκεντρος δυσπιστία δρα προς τα έξω, δεν θέλει καθόλου να καλυτερεύσει την κοινωνία «αλλά να απαλλαγεί απ’ αυτή», όπου οι «συγκεντρώσεις των τζιχαντιστών και άλλων σεκτών» μπορούν να ισχύσουν ως παραδείγματα. Επιπλέον ο Μύλφριντ επικαλείται φανερές και κρυμμένες εκδηλώσεις δυσπιστίας: «Το να δείχνεις δυσπιστία σε κάνει τρωτό· θεωρείται καταστρεπτικό». Η κρυμμένη δυσπιστία αντιθέτως δρα σε ένα συγκαλυμμένο επίπεδο, το οποίο κατά κάποιον τρόπο βρίσκεται κάτω από την ορατή σκηνή των εκδηλώσεων ευγένειας, των συμβάσεων και των τελετουργικών.
 
Όσον αφορά στην ανάλυση της φανερής δυσπιστίας ο Μύλφριντ ξεκινάει καταρχάς από μια δική του εμπειρία: Σε μία πανεπιστημιακή διάσκεψη στο Καζακστάν, στην αίθουσα διαλέξεων είχε εγκατασταθεί μια κάμερα, η οποία ξύπνησε τη δυσπιστία του – έτσι που χωρίς δεύτερη σκέψη την έκανε θέμα της διάλεξής του. «Η ρητή δυσπιστία», διαπιστώνει, «γρήγορα παρερμηνεύεται ως εχθρότητα.» Μετά από αυτή την εμπειρία ο Μύλφριντ περιγράφει, πώς σταδιακά η δυσπιστία περιφρονήθηκε πολιτικά· το ενδιάμεσο πόρισμά του στην ανοικτά εκφρασμένη παραλλαγή του έχει ως εξής: «Φαίνεται σχεδόν σαν αυτή η μορφή της πολιτικής δυσπιστίας να έχει χαθεί με την παλιά Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.» Συνοψίζει φιλελεύθερες, δημοκρατικές και επαναστατικές πτυχές και διαπιστώνει ότι η δυσπιστία όλο και πιο σπάνια μπορεί να δρα εποικοδομητικά προς τα μέσα, αλλά όλο και πιο συχνά εμφανίζεται ως παραλλαγή παραίτησης, εχθρική απέναντι στο σύστημα.  
 
Όσον αφορά στην επόμενη μεγάλη ομάδα, των κρυμμένων μορφών της δυσπιστίας, ο Μύλφριντ παραθέτει παραδείγματα από την ιστορία του κινηματογράφου και την εθνολογία, τα οποία αποτυπώνουν πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η κοινωνική συναναστροφή με το ξένο και το διαφορετικό. Βλέποντάς το εθνολογικά, οι κοινωνίες προσπαθούν να αφομοιώσουν το ξένο ή να το αποβάλλουν, πράγμα που ο Μύλφριντ εξηγεί παραπέμποντας στον Λεβί Στρος. Στο παράδειγμα της γεωργιανής φιλοξενίας με τα τελετουργικά έθιμα στο τραπέζι και τις προπόσεις της, εξηγεί πώς ένας καλεσμένος κατακυριεύεται και «κουκουλώνεται σε ένα δίκτυο αλληλεγγυών». Κάτω από το επίπεδο της εμπιστοσύνης υπάρχει συγχρόνως ένα δεύτερο, συγκαλυμμένο επίπεδο της δυσπιστίας, που ο φιλοξενούμενος το θεωρεί ως πηγή κινδύνου ή και ως εχθρό ακόμα. Η εμπιστοσύνη και η δυσπιστία υπάρχουν ταυτόχρονα, «υπάρχει πάντα κάτι ακόμα, το οποίο δεν μοιράζεται αλλά πρέπει να διαφυλαχθεί, μια καθ’ έξη επιφύλαξη». Οι τρέχουσες εκκλήσεις για ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη θα αποτελειώσουν αυτό το διπλό έδαφος, το οποίο επιτρέπει απόσταση, παιχνίδι, «επιφυλάξεις και επιφυλακτικότητα», προειδοποιεί ο Μύλφριντ.
 
Μια αναμενόμενη αρνητική γνώμη αντιθέτως βιώνουν όλες οι κατηγορίες, οι οποίες έχουν απόλυτη δυσπιστία προς τα έξω και απόλυτη εμπιστοσύνη προς τα μέσα, από το Ισλαμικό Κράτος έως την παραστρατιωτική οργάνωση Χόφμαν και τους Ρώσους «Κλέφτες του νόμου». Η «αρχή της δυσπιστίας», την οποία ο Μύλφριντ θέλει αντιθέτως να σώσει,  στηρίζεται μάλιστα στην αμφιβολία σε τέτοιες απόλυτες απαιτήσεις. Σε αντίθεση με τους Τραμπ και τους Πούτιν, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η εμπιστοσύνη – στα μέσα των “Fake News” για παράδειγμα – δεν αξίζει, αλλά και σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους πολιτικούς, οι οποίοι αναπολούν την εμπιστοσύνη ως μονόπλευρο μεγαλείο, ο Μύλφριντ στέκεται στη δυσπιστία ως τεχνική πολιτισμού. Ενόψει της «αυξανόμενης δύναμης διεθνών ομίλων στην ταυτόχρονα μειούμενη δυνατότητα επιρροής κρατικής ρύθμισης» και ενόψει περαιτέρω απειλών, από την απαρνηθείσα κλιματική αλλαγή ως την υπερδύναμη Facebook, θα «χρειαστούμε κι άλλο τη δυσπιστία μας», συμπεραίνει ο συγγραφέας. Κατά βάθος, θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς, πρόκειται για μια επανεγκατάσταση κλασικών κοινωνικοπολιτικών αρετών, από την αμφιβολία και την κριτική ως τον πολιτικό έλεγχο. Ένας πόντος για τον Ντεκάρτ δηλαδή, και ναι, ίσως και ένας για τον Λένιν. Πράγμα που φυσικά πρέπει και πάλι να εφαρμοστεί κριτικά. Διότι οι πολίτες είναι αυτοί που πρέπει να ελέγχουν το κράτος και όχι αντίστροφα.

Μετάφραση: Κατερίνα Τζινάβα
Jutta Person

Κείμενο: Jutta Person, 18.09.2019

Η Jutta Person γεννήθηκε το 1971 στο Ζύντμπαντεν. Σπούδασε γερμανική φιλολογία, ιταλική φιλολογία και φιλοσοφία στην Κολωνία και την Ιταλία και η διδακτορική της διατριβή είχε ως θέμα την ιστορία της φυσιογνωμίας τον 19ο αιώνα. Η δημοσιογράφος και επιστήμων στον κλάδο των πολιτισμικών σπουδών ζει στο Βερολίνο και γράφει στις εφημερίδες Süddeutsche Zeitung και Die Zeit, καθώς και στα περιοδικά Literaturen και Philosophie Magazin. Από το 2004 έως το 2007 ήταν αρχισυντάκτρια στο Literaturen ενώ από τον Οκτώβριο του 2011 είναι υπεύθυνη για τη στήλη των βιβλίων στο Philosophie Magazin. Το 2012 ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής των γερμανικών βραβείων βιβλίου.

(Επικαιροποίηση: 2019)