Νέα μυθιστορήματα με νέα γνωρίσματα
Καλύτερα «σπαστά γερμανικά» παρά γερμανική εσωτερικότητα;

Του Michael Schmitt
 
Όταν τον Σεπτέμβριο του 2018 ανακοινώνεται η βραχεία λίστα για το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου 2018, τονίζεται ότι η κατάσταση στον κόσμο φαίνεται να είναι εκείνο που πραγματικά καίει τους γερμανόφωνους συγγραφείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί άλλωστε και το μυθιστόρημα που κέρδισε το Βραβείο Βιβλίου τον Οκτώβριο του 2018, το «Archipel» [Αρχιπέλαγος] της Inger Maria Mahlke (εκδόσεις Rowohlt), μια αντίστροφη αφήγηση της ιστορίας του νησιού της Τενερίφης, σε βάθος εκατό και πλέον ετών, ενός μικρόκοσμου της παγκόσμιας και περιφερειακής ιστορίας, παραπέμποντας σε αρχαιολογική ανασκαφή που προχωρά ολοένα και βαθύτερα —από την κρίση στην Ισπανία το 2015 έως την εποχή του Φράνκο και ακόμη πιο πίσω έως το 1919. Με περισσή λεπτομέρεια αλλά συμβατικότερα, απεναντίας, ο Stephan Thome μεταφέρει τον αναγνώστη στο «Gott der Barbaren» [Θεός των βαρβάρων] (εκδόσεις Suhrkamp) στην καρδιά των εξεγέρσεων στην Κίνα στα μέσα του 19ου αιώνα. Στο μυθιστόρημα «Der Vogelgott» [Ο Θεός των πτηνών] (εκδόσεις Jung und Jung) η Susanne Röckel με ύφος εμπνευσμένο από τον σκοτεινό ρομαντισμό βυθίζει με τρόπο παραληρηματικό μια οικογένεια με πολιτιστικές και επιστημονικές ανησυχίες στην άγρια μυθολογία αρχαϊκών κοινοτήτων. Η Anna Kim αποτυπώνει ήδη το 2017 υπό μορφή μυθιστορήματος στο «Die große Heimkehr» [Η μεγάλη παλιννόστηση] (εκδόσεις Suhrkamp) τη λιγότερο γνωστή ιστορία της Κορέας. Και η Judith Schalansky χρησιμοποιεί στο βιβλίο της «Verzeichnis einiger Verluste» [Κατάλογος απωλεσθέντων] (εκδόσεις Suhrkamp, 2018) ιστορικά και επιστημονικά δεδομένα και παραδοξότητες ως αφετηρία για ευφάνταστα ταξίδια στην ιστορία και σε απομακρυσμένους κόσμους.

Πλούσια είναι πάντως και η μυθοπλαστική ενασχόληση με τη γερμανική ιστορία, και δη με τον αντίκτυπο του τερματισμού της διαίρεσης της Γερμανίας το 1989/90, ένα θέμα που παραμένει φλέγον για συγγραφείς όλων των γενεών. Και νεότεροι ακόμα συγγραφείς, όπως η Manja Präkels στο «Als ich mit Hitler Schnapskirschen aß» [Όταν με τον Χίτλερ πίναμε κρυφά λικέρ κεράσι] (Εκδόσεις Verbrecher Verlag, 2017) ή ο Lukas Rietzschel με το ντεμπούτο του «Mit der Faust in die Welt schlagen» [Γροθιά στον κόσμο τους] (εκδόσεις Ullstein, 2018), ιχνηλατούν τη διάλυση των κοινωνικών δομών στα ανατολικά της Γερμανίας και τον ερχομό της νέας επιθετικής δεξιάς, χωρίς να οδηγούνται αμέσως σε γρήγορες ετυμηγορίες. Ο Gert Loschütz, αντιθέτως, μεταφέρει με τρόπο συγκινησιακό στο «Ein schönes Paar» [Ένα όμορφο ζευγάρι] (εκδόσεις Schöffling, 2018) τη διαίρεση της Γερμανίας ως την ιστορία αγάπης, έγγαμου βίου και χωρισμού των γονιών του, οι οποίοι αποχωρίζονται ο ένας τον άλλον, για να κλείσουν τελικά τον κύκλο ζωής τους καθένας σε διαφορετικό άκρο της ίδιας πόλης. Η Petra Morsbach αφηγείται με τρόπο γλαφυρό στο μυθιστόρημά της «Justizpalast» [Δικαστικό μέγαρο] (εκδόσεις Luchterhand, 2017) την ιστορία ζωής μια δικηγόρου από το Μόναχο, υπενθυμίζοντας τι θα μπορούσε να διακυβευτεί αν η εμπιστοσύνη στους κοινωνικούς θεσμούς μεμιάς χανόταν. Και η Jenny Erpenbeck ήδη από νωρίς στο μυθιστόρημά της «Περαστικοί» (στα Γερμανικά από τις εκδόσεις Luchterhand, 2015) θέτει ερωτήματα για τις δυνατότητες διαχείρισης των προσφύγων από τις αραβικές χώρες αλλά και γύρω από την αυτοσυνειδησία της γερμανικής κοινωνίας.


Με το βλέμμα στραμμένο στον κόσμο και με τη διαρκή ενασχόληση με θέματα προσωπικής καταγωγής αποτυπώνεται ολοένα και πιο ευδιάκριτα στη γερμανική λογοτεχνία ένα ρεύμα «μετανάστευσης», συντελεστές του οποίου είναι συγγραφείς που, λόγου χάρη, διαβιούν στη Γερμανία, την Αυστρία ή την Ελβετία ως μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς. Χαρακτηριστικά αυτού του ρεύματος είναι πάντα τα βιβλία του δραστήριου Feridun Zaimoglu, με πιο πρόσφατο το «Evangelio: ein Luther-Roman» [Ευαγγέλιο: Ένα μυθιστόρημα για τον Λούθηρο] (εκδόσεις Kiepenheuer und Witsch, 2017) και εν αναμονή του «Die Geschichte der Frau» [Η ιστορία της γυναίκας] το 2019 (εκδόσεις Kiepenheuer & Witsch) ή του καταγόμενου από το Ιράκ Abbas Khider, ο οποίος περιβάλλει με καυστικό χιούμορ τη φυγή του και τις συνθήκες υποδοχής του στη Γερμανία στο «Deutsch für alle. Das endgültige Lehrbuch» [Γερμανικά για όλους. Το τελικό εγχειρίδιο], (αναμένεται την άνοιξη του 2019 από τις εκδόσεις Hanser).
 
Η τάση αυτή γίνεται αισθητή τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα στον δημοφιλή στα μέσα ενημέρωσης διαγωνισμό για το βραβείο Ingeborg Bachmann στο Κλάγκενφουρτ. Εδώ διακρίνονται τα τελευταία χρόνια κυρίως κείμενα συγγραφέων που δεν έχουν γεννηθεί σε γερμανόφωνες χώρες, όπως το 2016 η συγγραφέας και ακτιβίστρια Sharon Dodua Otoo με το διήγημά της «Herr Gröttrup setzt sich hin» [Ο κύριος Γκρέτρουπ κάθεται κάτω] ή το καλοκαίρι του 2018 η αφηγήτρια και δημοσιογράφος Tanja Maljartschuk, η οποία γεννήθηκε στην Ουκρανία και ζει σήμερα στη Βιέννη, το νέο μυθιστόρημα της οποίας πραγματεύεται έναν άτυχο ουκρανό πολιτικό και θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2019 («Blauwal der Erinnerung» [Μπλε φάλαινα της μνήμης] από τις εκδόσεις Kiepenheuer & Witsch). Αίσθηση προκάλεσε το 2016 και ο γεννημένος στο Ισραήλ Tomer Gardi, καθότι στο «Broken German» [Σπαστά γερμανικά] δεν μετέφερε απλώς τα βιώματα μεταναστών στη Γερμανία μεγαλοποιώντας τα, αλλά αποσυναρμολόγησε τρόπον τινά και την ίδια τη γερμανική γλώσσα προσδίδοντάς της νέα λαλιά.


Με εξαιρετική οξυδέρκεια εξιστόρησε και η αφηγήτρια και μεταφράστρια Natascha Wodin τη μοίρα των μεταναστών σε δύο βιβλία, την ιστορία της μητέρας της. η οποία καταγόταν από την Μαριούπολη στην Κριμαία («Sie kam aus Mariupol» [Η μάνα μου από τη Μαριούπολη], εκδόσεις Rowohlt, 2016), και την ιστορία του πατέρα της, ο οποίος μεγάλωσε στη Σοβιετική Ένωση («Irgendwo in diesem Dunkel» [Κάπου στο σκοτάδι αυτό], εκδόσεις Rowohlt, 2018). Πρόκειται για μια ιστορία συνεχούς φυγής και απώλειας από το 1917 μέχρι την εποχή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο· μια ιστορία που τους επιφυλάσσει μια ζωή στο περιθώριο, ως Γερμανοί της Ρωσίας, σε μια φραγκονική κωμόπολη την εποχή της απαρχής του οικονομικού θαύματος.
 
Με θέματα συχνά άρρηκτα συνδεδεμένα με την καθημερινότητα της νέας γενιάς αλλά και ύφος χαρακτηριζόμενο από μικρά σχήματα και από την προφορικότητα του εκφωνούμενου λόγου σε κύκλους ανάγνωσης ή διαγωνισμούς ποίησης επί σκηνής, κατάφεραν στα προγράμματα σχετικά νεότερων εκδοτικών οίκων (Voland & Quist, Satyr, mairisch κ.ά.), αλλά και στα νέα ψηφιακά φόρα, που καλύπτουν από ηλεκτρονικές εκδόσεις έως κανάλια Youtube, να γίνουν γνωστοί και νεότεροι συγγραφείς, αρχικά πέραν των παραδοσιακών διαύλων διάδοσης της γερμανόγλωσσης λογοτεχνίας, όπως η ποιήτρια Nora Gomringer ή οι συγγραφείς Finn-Ole Heinrich και Marc Uwe Kling. Όχι σπάνια, βέβαια, αυτό δεν ήταν παρά ένα πρώτο βήμα σε μια σταδιοδρομία που οδηγούσε πίσω στην αγορά της παραδοσιακής λογοτεχνίας.
 

Ο Michael Schmitt εργάζεται ως λογοτεχνικός συντάκτης στο τηλεοπτικό πρόγραμμα Kulturzeit του 3sat και ανεξάρτητος κριτικός λογοτεχνίας για τις εφημερίδες Neue Zürcher Zeitung και Sueddeutsche Zeitung και τη Γερμανική Ραδιοφωνία  (Deutschlandfunk). Κύρια πεδία ενασχόλησής του είναι η γερμανική και η αγγλοαμερικανική λογοτεχνία καθώς και η λογοτεχνία για παιδιά και νέους. Ο Michael Schmitt διετέλεσε την περίοδο 2015-2017 μέλος της κριτικής επιτροπής του Litrix.

Μετάφραση: Γιάννης Φραγκιαδάκης