Κατηγορία: Δοκίμιο

Maike Weißpflug
Hannah Arendt. Die Kunst, politisch zu denken
[Η τέχνη, του να σκέφτεται κανείς πολιτικά]

Φιλοσοφία

Βουτιά για μαργαριτάρια στην ιστορία των ιδεών του πολιτικού

Σύμφωνα με μία ανταλλαγή επιστολών ανάμεσα στο δημοσιογράφο και (κατοπινό) βιογράφο του Χίτλερ Γιοαχίμ Φεστ και στη φιλόσοφο Χάνα Άρεντ, η οποία ζούσε στη Νέα Υόρκη, το 1964 καταλήγουν σε μία σκηνή με συμβολική σημασία. Μετά από μία συζήτηση για τη δίκη του Άιχμαν στο ραδιοφωνικό σταθμό του SWR (Νοτιοδυτικός Ραδιοφωνικός Σταθμός (σ.τ.Μ)) οι δυο τους κάνουν έναν περίπατο μέσα στο καλοκαιρινό Μπάντεν-Μπάντεν. Η Άρεντ κοιτάζει τον ουρανό και λέει: «τα σύννεφα εκεί πάνω είναι πολύ γερμανικά. Αυτά δεν υπάρχουν στην Αμερική. Τόσο εναλλασσόμενα, τόσο άζωστα, τόσο βιαστικά.» Η ίδια σπεύδει τότε να μην εκμεταλλευτεί περιττά αυτήν την εικόνα. Αν και ομολογεί ότι αυτά την κάνουν όντως πολύ ευτυχισμένη.
Όποιος θέλει όμως, μπορεί αυτά τα άζωστα βιαστικά σύννεφα πενήντα πέντε τώρα χρόνια μετά το πέρασμά τους όντως να τα εκμεταλλευτεί λίγο. Τουλάχιστον η Άρεντ παρουσίασε σχετικά με αυτό ένα σύντομο σχέδιο. Μιας και ως άζωστα βιαστικό επέστρεφαν κάθε λίγο και λιγάκι οι κριτικοί το φιλοσοφικό έργο τής θεωρητικού του ολοκληρωτισμού, η οποία πέθανε το 1975. Άλλωστε η Χάνα Άρεντ παρουσίασε και μάλιστα σε επιφυλλίδα σαφείς ερμηνείες για τη γένεση του ολοκαυτώματος. Μιλούσε κάπως ειρωνικά πικρά για την «κοινοτυπία του κακού» και τον Γιόζεφ Άιχμαν δεν τον ονόμασε τέρας, αλλά «καραγκιόζη». Αναφερόμενη στους διανοουμενίστικους καιροσκόπους στη Γερμανία στη θρυλική τηλεοπτική συνέντευξη με τον Γκύντερ Γκρας ξέσπασε στο καγχαστικό γέλιο μιας μανιώδους καπνίστριας. Όλο αυτό της προσέδωσε δόξα και τιμή αλλά και ζηλοτυπία και αποστροφή. Συνοδοιπόροι όπως ο Gershom Scholem της προσάψανε έλλειψη τακτ.
Η ίδια η Άρεντ με σημείο αναφοράς τον Βάλτερ Μπένιαμιν χαρακτήριζε το στιλ σκέψης της ως «βουτιά για μαργαριτάρια» στην ιστορία των ιδεών του πολιτικού. Εντελώς υπό την επιρροή αυτού του ξεδιαλέγματος το δικό της το έργο από τότε ψαχνόταν εξονυχιστικά το ίδιο κάθε λίγο και λιγάκι για μαργαριτάρια. Η πολιτικός επιστήμονας Μάικε Βάισπφλουγκ παρουσιάζει τη Χάνα Άρεντ λοιπόν εντελώς συνειδητά ως μία στοχάστρια «χωρίς κιγκλιδώματα». Αυτό, που η Άρεντ προς απογοήτευση πολλών δε μετέδωσε, δηλαδή μία θεωρία με συστηματική αξίωση, της βγαίνει στην παρουσίαση της Βάισπφλουγκ σε καλό. Διότι από το διάβασμα των ποικίλων παρουσιάσεων και ερευνητικών αντικειμένων της Άρεντ όντως προκύπτει μία σταθερά: η Άρεντ αρνιόταν πεισματικά να παρατηρήσει τον κόσμο από μία προνομιακή θέση. Τελευταίες αιτιολογήσεις ήταν γι’ αυτήν αμφίβολες. Με αυτές και η ετικέτα της φιλοσόφου ήταν για την Άρεντ μάλλον ενοχλητική. Διότι οι φιλόσοφοι αναζητούν την αλήθεια. Η Άρεντ στεκόταν στην πολλαπλότητα των θέσεων. Με την οποία μόλις στη μεταμοντέρνα εποχή εκείνη έγινε μία πολιτική στοχάστρια μεγάλου βεληνεκούς. Ποια ήταν όμως η θεωρητική βάση του πονήματός της; Όχι οι μεγάλες αφηγήσεις, αλλά οι μικρές! Αυτά που οι άνθρωποι λένε ο ένας στον άλλον, μύθοι, από τους οποίους αυτοί εκκινούν και τους οποίους προσαρμόζουν στις καταστάσεις της ζωής τους. Η πολιτική, κατά την Άρεντ, λαμβάνει πάντα χώρα «ανάμεσα στους ανθρώπους».
Δεν εκπλήσσει λοιπόν καθόλου, εάν τώρα η Βάισπφλουγκ λίγο λίγο αποκαλύπτει, πόσο σημαντική υπήρξε η λογοτεχνία για το σχηματισμό του όρου πολιτική της Άρεντ – προ πάντων αφηγητές όπως ο Φράνς Κάφκα, ο Γιόζεφ Κόνραντ ή ο Μπερτ Μπρεχτ. Για την Άρεντ όλα έχουν την απαρχή τους στους Έλληνες: «Για την κατανόηση του πολιτικού μας όρου της ελευθερίας, όπως αυτός εμφανίζεται στην απαρχή του στην ελληνική πόλις έχει μεγάλη σημασία, αυτή η στενή σύνδεση του πολιτικού με το ομηρικό. Και αυτό όχι μόνο, επειδή βέβαια ο Όμηρος έγινε τελικά ο παιδαγωγός αυτής της πόλις, αλλά επειδή σύμφωνα με την κατανόηση των ελλήνων για τους ίδιους η διαμόρφωση και η δημιουργία της πόλις συνδέονταν στενά με τις εμπειρίες, οι οποίες βρίσκονταν μέσα στο ομηρικό.» Χωρίς τον Κάφκα, γράφει η Μάικε Βάισπφλουγκ, ίσως δε θα μπορούσε η Άρεντ να έχει περιγράψει το νέο χαρακτήρα της ολοκληρωτικής κυριαρχίας έτσι όπως στο θεωρητικό της κεντρικό έργο «οι απαρχές του ολοκληρωτισμού».
Για την Άρεντ το ολοκαύτωμα αποτελεί το σημαντικότερο αποκορύφωμα ενός ρήγματος με την παράδοση, το οποίο κατά κάποιον τρόπο ανήκει στον κώδικα πηγή του μοντερνισμού. Διότι ο μοντερνισμός σπάει με παραδόσεις κύρους. Αυτός σπάει μάλιστα με το σχέδιο της ίδιας της παράδοσης. Δημιουργείται ένα κενό αέρος. Ανυπαρξία προσανατολισμού. Απώλεια αξιών. Αδυναμία κρίσης. Και ένα νέο σύστημα κυριαρχίας: ο ολοκληρωτισμός. Ο Κάφκα περιέγραψε αυτό το ρήγμα χωρίς να γνωρίζει την επερχόμενη καταστροφή. Η Άρεντ όμως βλέπει σε αυτό ακόμη περισσότερα. Ήτοι έναν «Σίσυφο της αφομοίωσης», ο οποίος για παράδειγμα στο μυθιστόρημά του «ο Πύργος» γράφει για το Αδύνατο να μείνει εβραίος και ταυτόχρονα να γίνει πολίτης. Η Άρεντ επίσης φαντάζεται έναν κόσμο, στον οποίο θα ήταν δυνατό, να είναι και παρίας (κοινωνικά διαφοροτικός) και πολίτης (πολιτικά ίσος).
Αυτό, που η Βάισπφλουγκ εξυμνεί στην Άρεντ, είναι η νοοτροπία της, όχι το οικοδόμημα της σκέψης της. Δοκιμάζει το μέσο του στιλ της συναίσθησης στην ανάγκη του ενός - και απορρίπτει ταυτόχρονα το ρόλο αυτού ως θύμα. Μόνο αυτό της επιτρέπει να βλέπει έναν εγκληματία όπως ο Άιχμαν ως «καραγκιόζη». «Η σκέψη της Χάνα Άρεντ είναι ελκυστική - ακριβώς επειδή εμπεριέχει μία μορφή της κριτικής, η οποία δεν αποκαλύπτει, η οποία δεν ενοχοποιεί τον κόσμο ότι είναι λάθος», γράφει η Βάισπφλουγκ. Αυτό συνεπάγεται επίσης, ότι μία στοχάστρια μπορεί να απατάται, όπως στο αμφιλεγόμενο άρθρο της „Reflections on Little Rock“. Σε αυτό η Άρεντ καταδικάζει το 1958 την προστασία της αστυνομίας σε εννέα μαύρους μαθητές, τους οποίους μία συμμορία λευκών τους εμπόδισε να μπούνε σε ένα σχολείο στο Αρκάνσας. Η Βάισπφλουγκ ερμηνεύει την απαθή (λανθασμένη) κρίση της Άρεντ ως προσπάθεια να δει τη βεβιασμένη κοινωνική ισότητα στις ΗΠΑ όντως όχι ως τερματισμό αλλά ακριβώς αντίθετα ως απαρχή βίαιων διακρίσεων. Ως μέτρο για την Άρεντ ισχύει και εδώ πάλι η ιστορία των ευρωπαίων εβραίων.
«Η Άρεντ έγραψε κατά του „φιλελεύθερου κλισέ“ του κονφορμισμού - εναντίον της αντίληψης, ότι η ισότητα και η ομοιογένεια είναι το ίδιο.» Έτσι όμως εντέλει σκέφτεται μόνο, όποιος δεν κοινοποιεί αφ’ υψηλού μία φιλοσοφική παγκόσμια διατύπωση. Μία προσέγγιση, την οποία μπορεί κάποιος να την κάνει γόνιμη ενόψει ρηγμάτων της παράδοσης, τα οποία γίνονται σήμερα αντιληπτά, ανάμεσα στην πολιτική ταυτότητα από τη μια και μιας ασυγκράτητης  προοδεύουσας καθολικής κουλτούρας από την άλλη.

Μετάφραση: Αναστασία Ζαχαροπούλου
Katharina Teutsch

Κείμενο: Katharina Teutsch, 18.09.2019

Η Καταρίνα Τόιτς είναι δημοσιογράφος και κριτικός. Μεταξύ άλλων γράφει για την εφημερίδα Frankfurter Allgemeine και για το πολιτιστικό κανάλι της γερμανικής ραδιοφωνίας.