Κατηγορία: Δοκίμιο

Wolfgang Ullrich
Selfies. Die Rückkehr des öffentlichen Lebens
[Σέλφις. Η επιστροφή του δημόσιου βίου]

Πολιτισμικές Σπουδές

Ποίει σεαυτώ είδωλον

Ο ιστορικός του πολιτισμού Βόλφγκανγκ Ούλριχ υπερασπίζεται την έκρηξη των σέλφι από τους επικριτές τους. Αντί για φαινόμενο κατάπτωσης, το βλέπει ως επανάσταση εν προόδω. Στη σέλφι βλέπει την «επιστροφή του δημόσιου βίου».
 
Σύμφωνα με μια δημοφιλή κοινή παραδοχή ανάμεσα στους κριτικούς του πολιτισμού, ζούμε στην εποχή ενός έντονου ναρκισσισμού. Το μαζικό φαινόμενο των σέλφι έχει ανακηρυχθεί ως το χαρακτηριστικό σύμπτωμα μιας εποχής ερωτευμένης με τον εαυτό της. Μια κοινωνία που φωτογραφίζεται ασταμάτητα με το κινητό, δεν μπορεί παρά να είναι εγωκεντρική και επιπόλαιη. Πες μου πόσες σέλφι ποστάρεις τη μέρα, για να σου πω πόσο εγωμανής είσαι, αυτή είναι η εξίσωση που χρησιμοποιούν πολυάριθμες μελέτες. Άλλες πάλι θέλουν να μας υποδείξουν ότι τα σέλφι δεν είναι απλώς δείγματα ναρκισσισμού, αλλά επιπλέον ότι τον ενισχύουν. Πέρα από αυτά, στην κακή φήμη της ψηφιακής αυτοφωτογράφισης συμβάλλει το ότι για την παραγωγή της δεν απαιτεί ούτε ιδιαίτερο μόχθο, ούτε και ιδιαίτερες ικανότητες – αντίθετα με τις αυτοπροσωπογραφίες των παλιών καλών μετρ. Επίσης, αυξάνονται διαρκώς οι προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της μόδας των σέλφι, ότι καταστρέφουν σχέσεις και οικογένειες, ότι μερικές φορές έχουν ως αποτέλεσμα να χάσει κανείς τη δουλειά του, και σε μερικές ακραίες περιπτώσεις, μέχρι και τη ζωή του· το «ατύχημα από σέλφι» έχει αναχθεί σε ιδιαίτερη αιτία θανάτου. Στα κουτσομπολίστικα ΜΜΕ, έντυπα και στο διαδίκτυο, βρίσκει κανείς όλο και συχνότερα πρωτοσέλιδα του τύπου «καλλονή μπλόγκερ θέλει να βγάλει σέλφι σε γέφυρα και σκοτώνεται!» Αργά ή γρήγορα, η υπερβολική φιλαρέσκεια κάποτε πρέπει να τιμωρηθεί, έτσι δεν ήταν πάντοτε;
 
Κόντρα σε αυτές τις δυσοίωνες κρίσεις, ο Βόλφγκανγκ Ούλριχ διατυπώνει με τη μελέτη του σοβαρές αντιρρήσεις. Σύμφωνα με τον διακεκριμένο πολιτισμολόγο, η καμπάνια εις βάρος των σέλφι δεν αγνοεί απλώς την πραγματική κατάσταση, αλλά οφείλεται σε αντιδραστικά και ελιτίστικα ανακλαστικά: όποιος υποτιμά ως απλοϊκή, επιπόλαιη και ναρκισσιστική την ψηφιακή αυτοφωτογράφιση, την οποία σήμερα μπορεί ο καθένας να παραγάγει και να δημοσιεύσει από οπουδήποτε, προδίδει ταυτόχρονα, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα, και την υποτίμηση του εκδημοκρατισμού που συνεπάγεται η παγκόσμια έκρηξη των σέλφι. Κατά βάθος, σε αυτού του είδους την κριτική εκφράζεται η νοσταλγία του παλιού καλού καιρού, όταν η δυνατότητα της λήψης και δημοσίευσης φωτογραφιών περιοριζόταν σε μια μειοψηφία προνομιούχων και τεχνικά καταρτισμένων.
 
Αντί για πολιτιστική παρακμή, ο Ούλριχ βλέπει σχεδόν μια επανάσταση εν προόδω. Στη σέλφι δεν αναγνωρίζει απλώς τον νέο χαρακτήρα ενός εκδημοκρατισμένου και παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού της εικόνας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, έχουμε να κάνουμε με την «επιστροφή του δημόσιου βίου». Ως βάση για τον ισχυρισμό του ανατρέχει στον κοινωνιολόγο Ρίτσαρντ Σένετ (Richard Sennett), ο οποίος περιέγραψε το 1977 την «πτώση και το τέλος» αυτής ακριβώς της διάστασης της δημόσιας σφαίρας στην εποχή της νεωτερικότητας. Σύμφωνα με τον Σένετ, η χρυσή εποχή του δημόσιου βίου ήταν κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα. Οι άνθρωποι εκείνη την εποχή τόνιζαν την εκφραστικότητα και τη θεατρικότητα, μακιγιάρονταν ανεξαρτήτως φύλου, φορούσαν περούκες και πλούσια ρούχα. Αντί το παιχνίδι των ρόλων να υποτιμάται ως ματαιόδοξη και υστερόβουλη αυτοσκηνοθεσία, το εκτιμούσαν ως μέτρο για την κοινωνική και δημιουργική δεξιότητα του καθενός. Σύμφωνα με τον Σένετ, μόλις στις επόμενες γενιές έπεσε η εκφραστικότητα στην επικοινωνία στη γενική εκτίμηση. Στο ξεκίνημα της βιομηχανοποίησης παρατηρήθηκε μια αναδίπλωση και μια αυξανόμενη εκτίμηση σε όρους όπως η ιδιωτικότητα και η αυθεντικότητα, και κάθε πολύτιμο αφέθηκε στη σφαίρα του «ιδιωτικού».
 
Η κεντρική θέση του Ούλριχ είναι ότι με τη λατρεία της σέλφι επιστρέφει και η διάθεση για αυτοσκηνοθεσία στη δημόσια σφαίρα, τουλάχιστον την ψηφιακή, και ειδικά σε εικόνες στις οποίες τα άτομα φωτογραφίζονται σε προσωπικές ή οικογενειακές καταστάσεις. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι στο Facebook και στο Instagram βρίσκονται πάρα πολλές σκηνές από την ιδιωτική ζωή: Οι άνθρωποι αυτοπαρουσιάζονται με τα παιδιά τους στην παραλία στις διακοπές, σε ρομαντικό δείπνο με κεριά, ακόμα και στην μπανιέρα ή στο κρεβάτι. Αυτό όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, συνήθως δεν έχει να κάνει οπωσδήποτε με επιδειξιομανία. Οι σέλφι ακολουθούν αυστηρές συμβάσεις και σκηνοθετική λογική, η οποία τοποθετείται πάνω από τα πρόσωπα ως επικάλυψη. Τη λειτουργία που επιτελούσαν κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα η πούδρα και οι περούκες, την έχουν στο μεταξύ αναλάβει οι ψηφιακές εφαρμογές και τα φίλτρα που προσθέτουν κουνελίσια αυτιά και υπερμεγέθη μάτια στην αυτοπροσωπογραφία. Αλλά, σύμφωνα με τον ορισμό του Ούλριχ, ακόμα και χωρίς αυτά τα αποστασιοποιητικά εφέ, μια σέλφι είναι «το μιντιακό ντουμπλάρισμα εκείνου που τοποθετεί τον εαυτό του στην εικόνα.»
 
Ο Ούλριχ είναι ίσως ενίοτε υπερβολικά απόλυτος όταν υπερασπίζεται τη μακαριότητα των σέλφι στις μέρες μας από κάθε είδους κριτική. Παρόλα αυτά, οι διακριτικά λόγιες παρεκβάσεις του είναι άκρως διαφωτιστικές, καθώς διασαφηνίζουν τον μεγάλο βαθμό στον οποίο το ανθρώπινο πρόσωπο αποτελεί τοπίο κωδίκων και συμβάσεων, και το πόσο οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου εξαρτώνται από ιστορικές, πολιτιστικές, μα επίσης και από τεχνολογικές προϋποθέσεις. Ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα σημεία του μικρού αυτού βιβλίου είναι αυτό στο οποίο ο συγγραφέας προβλέπει ότι η κουλτούρα της σέλφι κάποτε θα αφήσει τα ίχνη της και στις εκφράσεις του προσώπου μας στη „real life“: Λόγω του διαρκούς ανταγωνισμού με τα ψηφιακά παραλλαγμένα πρόσωπά μας, οι αναλογικές εκφράσεις του προσώπου θα επεκταθούν μέχρι τα απώτατα όρια του φυσιολογικά δυνατού. Είναι πιθανό ότι στην ημερήσια διάταξη θα βρεθούν κάποτε μέχρι και χειρουργικές επεμβάσεις, έτσι ώστε να μπορούμε να εκφράζουμε ειρωνεία ή λύπη με την ίδια ενάργεια, όπως και ένα emoji. Αλλά μέχρι και εδώ δεν διαφαίνεται το παραμικρό ίχνος πολιτιστικού πεσιμισμού στη σκέψη του Ούλριχ. Μέχρι σήμερα, κανείς άλλος δεν έχει κοιτάξει κατάματα τη «γενιά σέλφι» τόσο επίμονα και φιλικά στα μάτια, όσο αυτός.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Κοσμάς
Marianna Lieder

Κείμενο: Marianna Lieder, 18.09.2019

Η Marianna Lieder είναι από το 2011 συντάκτρια στο περιοδικό „Philosophie Magazin“.
Σαν ελεύθερη επαγγελματίας εργάζεται ως δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας μεταξύ άλλων για την εφημερίδα Tagesspiegel, την Stuttgarter Zeitung και το περιοδικό Literaturen.