Κατηγορία: Δοκίμιο

Stephan Lessenich
Grenzen der Demokratie. Teilhabe als Verteilungsproblem
[Τα όρια της δημοκρατίας. Η συμμετοχή ως πρόβλημα κατανομής]

Δοκίμιο

Για μια νέα κουλτούρα της αλληλεγγύης

Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει καλύτερα από τον Στέφαν Λέσενιχ τη γερμανική στροφή προς τη Δύση: «Από την αυταρχική, αλλά ωστόσο πρωτοδημοκρατική επίσης αυτοκρατορία και την πρώτη δημοκρατία που από την αρχή είχε κακό άστρο, το καραβάνι μετακινήθηκε σε γερμανικό έδαφος, βραχυπρόθεσμα αργοπορημένο από τα τσιράκια του ναζιστικού καθεστώτος και συνοδευόμενο προσωρινά από το κράτος αδίκου της δικτατορίας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας, μέχρι τους ταπεινωμένους από τον πόλεμο και περιβαλλόμενους από την ευρωπαϊκή πολιτική πολίτες της Βόννης προς την επανενωμένη, γεμάτη αυτοπεποίθηση Βερολινέζικη Δημοκρατία, στην οποία καταλήγει τελικά η γερμανική δημοκρατία. Μόνο να μην είχαν παραμείνει ακόμα μερικοί οπισθοδρομικοί νοσταλγοί της ΓΛΔ στην Ανατολή. Μόνο αυτή η ακμή της ιστορίας της δημοκρατίας να μην είχε συμπέσει δυστυχώς με την προκαθορισμένη νικηφόρα προέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Και μόνο οι ζημιωμένοι από τον νέο ριζοσπαστισμό της αγοράς να μην αποδεικνύονταν όλο και περισσότερο ως εκ νέου αναχρονιστικοί, δεξιοί λαϊκιστές, απογοητευμένοι από την πραγματικά υπαρκτή δημοκρατία.»
 
Αυτή η αφήγηση προάγεται από την αρχή από δύο δυναμικές: από μια δημοκρατική αφήγηση προόδου αφενός και από έναν ισχυρισμό παρακμής αφετέρου. Και οι δυο εμφανίζονται στις θέσεις του Colin Crouch, που στο μεταξύ έχουν γίνει διάσημες, για την κατάσταση των δυτικών δημοκρατιών. Το βιβλίο του Post-Democracy που εκδόθηκε το 2004 με τις όλο και πιο ξεκάθαρες επιδράσεις παγκοσμιοποίησης και ψηφιοποίησης άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή. Η «χρυσή εποχή» της δημοκρατίας, σύμφωνα με τον Crouch, είναι ξεπερασμένη υπό την αιγίδα των νεοσυντηρητικών. Ο Στέφαν Λέσενιχ παίρνει τώρα την παραβολή της παρακμής ως αφορμή, για να κατανοήσει ο ίδιος τη διαλεκτική της δημοκρατίας. Διότι η ιδέα ότι έχει υπάρξει μια «χρυσή εποχή» πρέπει απαραιτήτως να αποκρύψει ότι η εκδημοκράτιση ήταν πάντοτε μια πάλη για συμμετοχή.
 
Αρχικά ήταν η αστική τάξη, η οποία εξαιτίας του ότι ήταν οικονομικά απαραίτητη στο έθνος, πάλευε για πολιτική συμμετοχή. Αργότερα οι εργαζόμενοι ήθελαν το δικαίωμά τους στη συναπόφαση. Μικρή δευτερεύουσας σημασίας παρατήρηση: Μόλις το 1963 ασφαλίστηκε νομικά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μια γενική αξίωση άδειας, για να απολαμβάνει και ο «απλός κόσμος» τη θέση του πολίτη. Με το γυναικείο κίνημα μπήκε το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στο παιχνίδι. Και διάφορες μειονότητες έδιναν τους δικούς τους αγώνες για να αφομοιωθούν στο δημοκρατικό έδαφος. Αν την αντιληφθεί κανείς ως μια διαδικασία επέκτασης νομιμοποίησης χώρων, η δημοκρατία είναι μια μεγάλη μηχανή αφομοίωσης. Η επέκταση όμως εδώ γίνεται πάντα στο πνεύμα του ανταγωνισμού. Διότι η μεγάλη εξομοίωση τον περισσότερο καιρό συνίστατο σε μια επικερδή συμφωνία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αν το προτιμάει κανείς, αυτή ήταν η κύρια κουλτούρα των δυτικών βιομηχανικών εθνών. «Απλά λογικό που οι πολίτες της ανταγωνιστικής κοινωνίας, μόλις πιστεύουν ότι έχουν βρεθεί σε ασφάλεια, αρχίζουν το πάρα πολύ γνωστό μότο των προνομιούχων: ‘Η βάρκα γέμισε!’»
 
Ο Στέφαν Λέσενιχ με αυτά τα δεδομένα συνηγορεί υπέρ μιας ριζοσπαστικής διεύρυνσης πολιτικών και εκλογικών δικαιωμάτων. Διότι το σύνθημα για τη γεμάτη βάρκα δεν είναι σύμπτωμα κρίσης, αλλά ένα σφάλμα προγραμματισμού του ίδιου του δημοκρατικού. Αν δηλαδή όλο και περισσότεροι άνθρωποι ανησυχούν για τα προνόμιά τους, η γενναιοδωρία στο θέμα ανοχή στη συμμετοχή περιορίζεται. Τα «σύνορα της δημοκρατίας» στενεύουν όλο και περισσότερο, όταν οι μετανάστες ή οι πρόσφυγες αρχίζουν να θέλουν να γίνουν μέρος της τοπικής κοινότητας. Η ανακοίνωση του Βίκτορ Όρμπαν από το καλοκαίρι του 2016, ότι έχει κλείσει «αεροστεγώς» τα σύνορα της Ουγγαρίας προς τη Σερβία, δείχνει αυτή την «πρακτική της αντίδρασης».
 
Ορατή γίνεται τώρα η επιτελεστική εσωτερική αντίφαση των σύγχρονων δημοκρατιών. Πιο συγκεκριμένα δεν ισοδυναμεί με την αυτοεικόνα τους, να εγγυώνται την ίδια τους τη διαφύλαξη μέσω της τακτικής του αποκλεισμού. Ακόμη λιγότερο θα ήθελε κανείς ειδικά σε φιλελεύθερους κύκλους να ομολογήσει, ότι η ελευθερία απειλεί όλο και περισσότερο να γίνει σύμβολο κοινωνικής θέσης λίγων που έχουν δικαίωμα στην πρόσβαση. Αυτό που είναι έξω τώρα, πρέπει να παραμείνει έξω. Η φύση είναι σ’ αυτή τη λογική το απαραίτητο άλλο που υπάρχει εκτός της δημοκρατικής πρόσβασης και μπορεί εξίσου να χρησιμοποιηθεί ως πηγή για τη δυτική δημοκρατία, όπως το φθηνό εργατικό δυναμικό στα μη δημοκρατικά κράτη. Ο Λέσενιχ βλέπει σ’ αυτό δομική βία σε εξέλιξη, για την οποία οι καλοί δημοκράτες σ’ αυτή τη χώρα προτιμούν καλύτερα να μην ξέρουν τίποτα. Εν συντομία θα μπορούσε κανείς να πει: Η δημοκρατία έχει όλο και περισσότερο ένα τίμημα, που το πληρώνουν εκείνοι που δεν έχουν την πολυτέλεια της δημοκρατίας. 
 
Ο Αμερικανός ιστορικός της επιστήμης Lyn White ρωτούσε ήδη πριν από μισό αιώνα με το βλέμμα προς την οικολογική κρίση, αν μια δημοκρατική κουλτούρα θα μπορούσε να  ξεπεράσει τις ίδιες της τις συνέπειες. Όπως εκείνος, ο Λέσενιχ θεωρεί ότι αυτό θα μπορούσε να πετύχει μόνο αν η δημοκρατία επανεφευρεθεί. Ο συμβιβασμός του κράτους πρόνοιας έχει ούτως ή άλλως ανακληθεί από την πλευρά του κεφαλαίου. Η παγκοσμιοποίηση και ο φιλελευθερισμός δηλαδή θα απελευθέρωναν αθόρυβα σχεδόν τους κεφαλαιούχους από τα «κοινωνικά δεσμά» τους. Επακόλουθες εμπειρίες υποβιβασμού της μεσαίας τάξης αποτελούν εισιτήριο για ενδεδειγμένους εμπρηστές! 
Ταυτόχρονα μεγαλώνει όμως και η συναίσθηση του προβλήματος και η ετοιμότητα για διαμαρτυρία στην κοινωνία. Ο Λέσενιχ θέλει να εκμεταλλευτεί αυτή τη δυναμική: Η αλληλεγγύη πρέπει να φύγει από την περιοχή των αθώων όρων και να γίνει πολιτικός μαχητικός όρος. Μ’ αυτό εννοείται μια παραίτηση από τα προνόμια. Αφορά την προστασία της φύσης, εξίσου όπως αυτή ενός λειτουργικού κοινωνικού συνόλου. «Η πρώτη πρώτη πραγματοποιήσιμη ουτοπία ενός αλλαγμένου δημοκρατικού οριακού καθεστώτος θα έπρεπε ως εκ τούτου να είναι η θεσμική εγγύηση του πολιτικού εκλογικού δικαιώματος για όλους, όσοι ζουν στην πολιτική κοινότητα – ανεξάρτητα από το αν αυτοί έμεναν «από πάντα» εδώ, αν είναι μετανάστες/μετανάστριες μη γερμανικής υπηκοότητας πρώτης, δεύτερης, x γενιάς ή αν μόλις χθες έχουν διασωθεί από τη Μεσόγειο και τους έχουν φέρει στα – αληθινά πια – προστατευτικά λιμάνια μιας καινούργιας πατρίδας.» Έτσι αυτή η αξιοπρόσεκτη εργασία επισκοπικού έργου στην κοινωνική επιστήμη μεταβάλλεται σε αριστερή πολεμική, η οποία δεν έχει θέσει άλλο στόχο από τη διάσωση της δημοκρατίας – πριν άλλοι κάνουν τους νεκροθάφτες τους, τρίβοντας τα χέρια τους.

Μετάφραση: Κατερίνα Τζιναβά
Katharina Teutsch

Κείμενο: Katharina Teutsch, 03.03.2020

Η Καταρίνα Τόιτς είναι δημοσιογράφος και κριτικός. Μεταξύ άλλων γράφει για την εφημερίδα Frankfurter Allgemeine και για το πολιτιστικό κανάλι της γερμανικής ραδιοφωνίας.