Κατηγορία: Παιδικό και εφηβικό βιβλίο

Matthias Brandt
Blackbird
[Μπλάκμπερντ]

Μυθιστόρημα

Σαν να υπάρχει κι άλλος ένας σαν του λόγου μου

Όταν μαθαίνει από ένα τηλεφώνημα ο δεκαπεντάχρονος Μόρτεν, ο επονομαζόμενος Μόττε, ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ο καλύτερός του φίλος, ο Μπόγκι,  με διάγνωση καρκίνου στους λεμφαδένες,  είναι σαν να του ’ρχεται ο ουρανός σφοντύλι. Από τη μια στιγμή στην άλλη έρχονται τα πάνω κάτω στη ζωή του Μόττε. Κι ενώ ο ίδιος απωθεί την αλήθεια κι ελπίζει ότι κάποια στιγμή πάλι θα φτιάξουν όλα,  εμείς οι αναγνώστες προαισθανόμαστε ήδη ότι ο Μπόγκι πρόκειται να πεθάνει.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, το μυθιστόρημα του Matthias Brandt «Blackbird» δεν είναι ένα λυπητερό μυθιστόρημα! Η αρρώστια του Μπόγκι εμφανίζεται πάντα μόνο σύντομα και περιθωριακά, διότι οι επισκέψεις του Μόττε στο νοσοκομείο είναι κάτι παραπάνω από αραιές. Το αγόρι δεν καταφέρνει να σταθεί με ψυχραιμία και ενσυναίσθηση απέναντι στον ετοιμοθάνατο φίλο του και γι’ αυτό προτιμά να τον αποφεύγει εντελώς, γεγονός που του προκαλεί έντονα αισθήματα ενοχής. Μπροστά σε αυτό το σκοτεινό φόντο της αρρώστιας φωτίζει ακόμα πιο έντονα το κεντρικό θέμα αυτού του μυθιστορήματος: οι πλάνες και τα μπερδέματα της εφηβείας.

Καταμεσής του βαρβάτου  εφηβικού χάους του Μόττε μας ρίχνει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του αγοριού. Αυτό κομπάζει για τρελαμένους φίλους, αποτυχημένα ραντεβού, εντελώς ντροπιαστικούς γονείς και δασκάλους με ναζιστικές μεθόδους διαπαιδαγώγησης. Για τη μαστούρα, το πρώτο σεξ, τις χαζές φάρσες των αγοριών και για μουσική και ταινίες από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Μαζί του αισθανόμαστε, οσμιζόμαστε, νιώθουμε και γευόμαστε αυτή την εποχή, ακόμα και αν δεν την έχουμε ζήσει οι ίδιοι. Διότι οι λεπτομερείς αναμνήσεις του Matthias Brandt (γεννημένος το 1961), οι ακριβείς περιγραφές του και ο αιχμηρός τόνος του συνθέτουν ένα πορτραίτο γενεών και ένα πανόραμα εποχής πολύ μεγάλης πυκνότητας.

Με μεγάλη ευαισθησία και εξίσου λεπτό χιούμορ προσεγγίζει ο συγγραφέας τον πρωταγωνιστή του Μόττε. Αυτός έχει πολλά να επεξεργαστεί: Όχι μόνο την αρρώστια του φίλου, το διαζύγιο των γονιών και τις αποτυχημένες και πετυχημένες πρώτες αγάπες. Προπαντός ο εαυτός του του είναι ένα μυστήριο, δεν το χωράει ο νους του ότι επιδεικνύει ελάχιστη ενσυναίσθηση προς τον ετοιμοθάνατο φίλο: «Στην πραγματικότητα τα πήρα μαζί του, γιατί ήθελα πίσω την παλιά μου ζωή, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Μπόγκι.» Ο Μόττε δεν είναι μόνο ειδήμων της απώθησης αλλά και αντίστροφα ειδήμων της αυτοπαρατήρησης, του αυτοστοχασμού και της αυτοανάλυσης. Και τότε είναι σαν να στέκεται δίπλα στον εαυτό του, «σαν να υπάρχει και άλλος ένας σαν του λόγου μου». Σκέψεις που καθόλου δεν θέλει να τις κάνει, βασανίζουν το μυαλό του, συναισθήματα που δεν τα καταλαβαίνει αναδύονται, ντροπή και θυμός εναλλάσσονται. Κι αυτό συχνά είναι περίεργο, μερικές φορές και συγκινητικό και πάντοτε πειστικό. Διότι εφηβεία σημαίνει επίσης να αποξενώνεσαι από τον εαυτό σου και σιγά σιγά να συντίθεσαι εκ νέου από τις πολλές, μέχρι τότε άγνωστες, εμπειρίες.  

Γι’ αυτό τον λόγο, και όχι μόνο, η λογοτεχνική περιγραφή της εφηβείας και δη η μορφή του Coming of Age μυθιστορήματος είναι κάτι παραπάνω από περίπλοκη. Κι όμως το μυθιστόρημα του Matthias Brandt αντέχει στη σύγκριση με τα κορυφαία έργα του είδους, με τον «Φύλακα στη σίκαλη» του Salinger καθώς και με τον «Τschik» (Στα ελληνικά ο τίτλος είναι: «Βερολίνο, γεια») του Wolfgang Herrndorf. Ο συγγραφέας, γνωστός για την εκλπεπτυσμένη υποκριτική του ικανότητα,  πιάνει τον παλμό με έναν ολότελα δικό του τρόπο, δηκτικά ή ποιητικά, με πλάγιο τρόπο ή άμεσα, πότε σοβαρά και πότε πάλι λέγοντας αερολογίες. Ίσως όχι πάντα τον παλμό ενός δεκαεξάχρονου αλλά ενός άντρα που θυμάται τη νιότη του. Κι αυτός ο ενήλικoς αφηγητής πίσω από την πλάτη του αγοριού αποκαλύπτει πού και πού την ομοφυλοφιλία του με προσεκτικούς υπαινιγμούς και διακριτικές εναλλαγές στον χρόνο. Ένα αφηγηματικό κόλπο που προσδίδει  στο μυθιστόρημα επιπλέον βάθος και σημασία. Και το οποίο καθιστά αδύνατη -και περιττή- την απόφαση αν έχουμε να κάνουμε με μυθιστόρημα ενηλίκων ή εφήβων.

«Blackbird», o πολυσήμαντος τίτλος παραπέμπει στο τραγούδι των Beatles και ταυτόχρονα υπαινίσσεται το «Blackbirdfielder», το κόκκινο κρασί Amselfelder (Κρασί από το Κοσσυφοπέδιο) το οποίο απολαμβάνουν άφθονα τα αγόρια αλλά και εξίσου άφθονα το ξερνούν. Το Blackbird, ο κότσυφας, είναι όμως και κάτι παραπάνω: το μικρό πουλί στο δέντρο μπροστά από το δωμάτιο νοσηλείας του Μπόγκι. Είναι μαύρο και ελεύθερο, μια τρυφερή ενσάρκωση πένθους και ελαφρότητας. Διότι: Η ζωή συνεχίζεται!

Μετάφραση: Κατερίνα Φωτιάδου
Sylvia Schwab

Κείμενο: Sylvia Schwab, 20.02.2020

Η Σύλβια Σβαμπ είναι δημοσιογράφος στο ραδιόφωνο και έχει εξειδικευτεί στην παιδική και νεανική λογοτεχνία. Είναι μέλος της κριτικής επιτροπής στο «οι καλύτεροι 7» της γερμανικής ραδιοφωνίας και στο Focus και εργάζεται για το ραδιόφωνο της Έσσης, της γερμανικής ραδιοφωνίας και του Γερμανικού ράδιο-κουλτούρα.