Ο Κόσμος του Βιβλίου
Τα μυθιστορήματα έγιναν πάλι πολιτικά

Ohde, Gugic, Sanyal, Bazyar © Suhrkamp, © Hoffmann und Campe, © Hanser Literaturverlage, © KiWi

Αν πριν από μερικά χρόνια υπήρχε γκρίνια για το ότι η σύγχρονη γερμανόφωνη λογοτεχνία είναι «βολεμένη» και απολιτίκ, σήμερα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Από το φθινόπωρο του 2020 και μετά, τα θέματα που συζητιούνται στο πλαίσιο της κοινωνικής κριτικής ορίζουν και τους μυθιστορηματικούς κόσμους. Ποιος θεωρείται πως ανήκει στην κοινωνία, ποιον ακούμε; Πώς θα εμφυσήσουμε ζωή σε κενά πλέον νοήματος συνθήματα της πολιτικής της ταυτότητας όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός και ο ταξισμός; Και ποια μπορεί να είναι η συμβολή των μυθιστορημάτων;

Το φθινόπωρο της περασμένης χρονιάς πολλές κυκλοφορίες βιβλίων αναβλήθηκαν λόγω του κλεισίματος των καταστημάτων και της ματαίωσης της Έκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης που επέβαλε η πανδημία. Η τάση για μια πολιτική λογοτεχνία, ωστόσο, διατηρήθηκε αμείωτη. Μπορεί το λιανικό εμπόριο βιβλίου να σημείωσε τους πρώτους τρεις μήνες αυτής της χρονιάς μείωση των κερδών του κατά 30%σε σύγκριση με το διάστημα της προ-κορωνοϊού χρονιάς 2019 –όπως ανακοίνωσε η Ένωση Εκδοτών και Βιβλιοπωλών Γερμανίας∙ μάλιστα η εκπρόσωπός της, Karin Schmidt-Friederichs, έκανε λόγο για ένα «καταστροφικό νούμερο»–, αλλά ειδικά οι ιστορίες με αυτοβιογραφική χροιά που μιλάνε από μια γυναικεία οπτική για τον αποκλεισμό με βάση το χρώμα του δέρματος, την καταγωγή και το φύλο, συζητιούνται.

Για παράδειγμα, στο Streulicht [«Παράσιτο φως»] της Deniz Ohde, η ανώνυμη ηρωίδα, κόρη μιας Τουρκάλας κι ενός Γερμανού εργάτη, ανακεφαλαιώνει τη γεμάτη εμπόδια πορεία ανέλιξής της από τη βιομηχανική ζώνη της Φρανκφούρτης στο πανεπιστήμιο. Έχοντας μεγαλώσει τη δεκαετία του ’90, η πρωταγωνίστρια αυτού του μυθιστορηματικού ντεμπούτου που έχει προσελκύσει έντονο ενδιαφέρον μάς θυμίζει μια περίοδο κατά την οποία στις γερμανικές θεατρικές σκηνές εισέπρατταν χειροκρότημα αστεία για τους περιορισμένης αντίληψης φίλους Ντράγκαν και Άλντερ, ενώ έξω τυλίγονταν στις φλόγες τα καταλύματα των αιτούντων άσυλο.

Αλλά και η Αυστριακή συγγραφέας Sandra Gugić δείχνει στο μυθιστόρημά της Zorn und Stille [«Θυμός και Σιγή»] το πώς οι βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις μπορούν να  διχάσουν μια οικογένεια. Η Άζρα και ο Σίμα Μπαναντίνοβιτς έρχονται στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας στη Βιέννη. Ως οικονομικοί μετανάστες σκοτώνονται στη δουλειά και δεν διαμαρτύρονται ποτέ. Η μεγάλη τους κόρη, κυρίως, που έχει μεγαλώσει στην Αυστρία, δεν το καταλαβαίνει αυτό και κόβει τους δεσμούς της με τους γονείς, οι οποίοι συνεχίζουν να πιστεύουν ακλόνητα και να ελπίζουν, γεμάτοι εθνική υπερηφάνεια, στον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ως σωτήρα της Γιουγκοσλαβίας.

Μια εξίσου διαφοροποιημένη όσο και χιουμοριστική πραγμάτευση της λεγόμενης πολιτικής της ταυτότητας επιτυγχάνει η Mithu Sanyal στο πανεπιστημιακό της μυθιστόρημα (campus novel) κοινωνικού προβληματισμού με τίτλο Identitti. Ο κόσμος της φοιτήτριας Νιβεντίτα, κόρης μιας Πολωνής και ενός Ινδού, γκρεμίζεται όταν η καθηγήτριά της Σαρασβάτι, η οποία ως έγχρωμη γυναίκα είναι ίνδαλμα αλλά και μέντορας για τη Νιβεντίτα, αποκαλύπτεται πως είναι μια λευκή Γερμανίδα. Έχοντας μια αποαποικιοποιημένη κοσμοθεωρία η Νιβεντίτα είχε πιστέψει πως βρήκε επιτέλους κάποιον που την καταλάβαινε. Ωστόσο, με αφορμή τη Σαρασβάτι αναδύεται στην επιφάνεια και ένα παράδοξο της ταυτοτικής πολιτικής σκέψης: Ενώ το ζητούμενο είναι η άνιση μεταχείριση βάσει του χρώματος του δέρματος, της καταγωγής ή του φύλου να ξεπεραστεί μακροπρόθεσμα, για την ώρα τα συναισθηματικά φορτισμένα ταυτοτικά χαρακτηριστικά ίσα ίσα προβάλλονται και τίθενται στο προσκήνιο.

Το ίδιο συμβαίνει και στις τρεις φίλες του μυθιστορήματος της Shida Bazyar Drei Kameradinnen. Το μυθιστόρημα δείχνει πόσο διαφέρουν οι αντιλήψεις του λευκού κυρίαρχου πληθυσμού και των έγχρωμων ανθρώπων με ή χωρίς γερμανικό διαβατήριο. Η Σάγια, η Χάνι και η Κάσι έχουν μεγαλώσει μαζί στις παραμελημένες πολυκατοικίες που βρίσκονται στην άκρη μιας γερμανικής κωμόπολης. Μετά την επαγγελματική κατάρτιση και τις σπουδές τους επιστρέφουν εκεί για να πάνε σε έναν γάμο. Η χαρά τους που ανταμώνουν πάλι επισκιάζεται όμως από την έναρξη της δίκης του νεοναζιστικού δικτύου NSU, η οποία δίνει αφορμή στις τρεις νεαρές γυναίκες για ακόμη περισσότερη αλληλεγγύη μεταξύ τους και ακόμη περισσότερη οργή για τους ναζί. Η αφηγήτρια της Bazyar επιτίθεται και στο αναγνωστικό κοινό της, καταλογίζοντάς του επιφυλάξεις και βεβιασμένα συμπεράσματα.

Παρ’ όλα αυτά, ο σκοπός και αυτού του μυθιστορήματος είναι σαφής: το Drei Kameradinnen, όπως και τα άλλα μυθιστορήματα που αναφέρθηκαν, θέλει να αφυπνίσει την ενσυναίσθηση. Άλλωστε η λογοτεχνία ενδείκνυται ιδιαίτερα για αυτό. Μπορεί να καταδείξει τις διακρίσεις με άλλους τρόπους, κι όχι μόνο με στοιχεία και ιστορικά γεγονότα. Τα αφηγήματα των συγγραφέων αυτών μάς επιτρέπουν να δούμε τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων, τις επιθυμίες, τους πόθους, τις ελπίδες και τους φόβους τους. Είναι μεν μυθοπλασία, αλλά μια μυθοπλασία που μπορεί να εμπλουτίσει τον πραγματικό κοινωνικοπολιτικό διάλογο.


Η Miriam Zeh είναι κριτικός λογοτεχνίας και παρουσιάστρια, μεταξύ άλλων στο Deutschlandfunk. Έχει εργαστεί ως θεωρητικός της λογοτεχνίας στη Φρανκφούρτη και στο Μάιντς. Είναι συν-εκδότρια του περιοδικού POP. Kultur und Kritik και παρουσιάζει στο πλαίσιο του Books up! λογοτεχνία για νέους ανθρώπους στο Instagram.

Μετάφραση: Πελαγία Τσινάρη