ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Πρόταση σερβιρίσματος ενός ποιήματος: η μετάφραση ποίησης ως επικύνδυνο άθλημα

Monika Rinck Alle Türen
© pixabay/free-photos, © S. Fischer Verlag, © Kookbooks Verlag

Της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου

Όλοι οι μεταφραστές ποίησης έχουν βιώσει τουλάχιστον μία φορά την ακόλουθη σκηνή, με μικρές παραλλαγές: Κάθεσαι ή στέκεσαι όρθιος μ’ ένα μισοάδειο ή μισογεμάτο ποτήρι στο χέρι, γύρω σου μια μικρή ομήγυρη, είναι η σειρά σου να συστηθείς, ή κάποιος τρίτος αναλαμβάνει τις συστάσεις, αναφέρεις ότι ασχολείσαι με τη μετάφραση και παραδέχεσαι μάλιστα, επειδή ο ερωτών επιμένει να μάθει τι μεταφράζεις, ότι, μεταξύ άλλων, μεταφράζεις ποίηση. Ακολουθούν μερικά δευτερόλεπτα αισθητά αμήχανης σιωπής, η οποία διακόπτεται από ερωτήσεις γεμάτες ανησυχία, όπως: «Ω, δεν είναι πολύ δύσκολο;» ή «Μεταφράζεται η ποίηση;»

Σε τέτοιες ερωτήσεις λανθάνει ασφαλώς η καχυποψία σχετικά με την επαγγελματική κατάσταση των μεταφραστών ποίησης («Είναι η μετάφραση ποίησης επαγγελματική δραστηριότητα;»). Ωστόσο, η συγκεκαλυμμένα ή ρητά εκφρασμένη δυσπιστία απέναντι στη μετάφραση της ποίησης – η οποία, παρεμπιπτόντως, εκφράζεται και από πολλούς μεταφραστές που μεταφράζουν μόνο μυθιστορήματα ή μη λογοτεχνικά κείμενα – φαίνεται να πηγάζει πρωτίστως από την πεποίθηση πως η ποιητική γλώσσα κατά κανόνα αποκλίνει από τη συνηθισμένη, κοινωνικά αποδεκτή χρήση της γλώσσας σε τέτοιο βαθμό, ώστε το εγχείρημα της μετάφρασης της ποίησης μπορεί να συγκριθεί μόνο μ’ ένα νούμερο στο τσίρκο ή μ’ ένα επικίνδυνο άθλημα. Πίσω από αυτή την πεποίθηση βρίσκεται συνήθως η πεπαλαιωμένη αντίληψη ότι η διανοητική επίδοση του μεταφραστή έγκειται κυρίως στην κατά το δυνατόν πιστή απόδοση νοημάτων, δηλαδή ξεκάθαρα διατυπωμένων σημασιών, που βρίσκονται σε συνάφεια μεταξύ τους, από τη μια γλώσσα στην άλλη. Το γεγονός ότι σ’ ένα ποίημα σπανίως συναντά κανείς σημασίες σε μια τέτοια μορφή συνηγορεί επίσης, καθώς πιστεύεται, υπέρ της τεράστιας δυσκολίας της μεταφραστικής εργασίας.
 
Αυτό που, ομολογουμένως, μ’ ενοχλεί σ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης είναι το γεγνός ότι, εκχωρώντας στην ποίηση ένα ειδικό καθεστώς, αυτομάτως την κρατάς σε απόσταση. Όταν σκέφτεται κανείς τόσο γενικευτικά τείνει συχνά να παραβλέπει το ότι αυτό που συμβαίνει στην ποίηση σε πολύ συμπυκνωμένη μορφή, δηλαδή η παραγωγή της σημασίας μέσω της αλληλεπίδρασης μεταξύ περιεχομένου, ύφους, ρυθμού,
φόρμας και σύνθεσης – διαδικασία που συμβάλλει συνήθως στο να παραμένει η σημασία διαρκώς εκκρεμής, ανοιχτή – απαντάται στην πραγματικότητα σε κάθε λογοτεχνικό έργο αξιώσεων, ανεξάρτητα αν αυτό είναι γραμμένο σε πεζή μορφή ή σε στίχους ή προορίζεται για τη σκηνή. Επιπλέον, όσοι εκφράζουν – ρητά ή με τη μορφή υπαινιγμού – μια επιφύλαξη απέναντι στην ποίηση και τη μετάφρασή της δεν λαμβάνουν συνήθως υπόψη ότι εντός του ποιητικού είδους συνυπάρχουν εντελώς διαφορετικές ποιητικές γραφές, πράγμα που σημαίνει ότι, από ποίημα σε ποίημα, ο βαθός απόκλισης από την καθημερινή ομιλία μπορεί να είναι διαφορετικός. Δεν έχει παρά να συγκρίνει κανείς την ποιητική γλώσσα ενός Μπέρτολτ Μπρεχτ μ’ εκείνη ενός Πάουλ Τσέλαν.
 
Ίσως όμως να ευθύνονται και οι ίδιοι οι μεταφραστές ποίησης που η μετάφραση της ποιήσης αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους ανθρώπους ως κάτι το εξωτικό. Μετονομάζουν τις δυσκολίες που τους δημιουργεί ένα ποιητικό κείμενο σε «πεδίο πειραματισμού», μιλούν συνωμοτικά μεταξύ τους και εκδηλώνουν μια σαφή περιφρόνηση για τους μεταφραστές αστυνομικής λογοτεχνίας. Και, καθώς τους αναγνωρίζεται μια ελευθερία όχι μόνο στη διαχείριση της γλώσσας αλλά και στην ίδια την επιλογή των κειμένων προς μετάφραση, αισθάνονται ιδιαίτερα προνομιούχοι. Πράγματι, όταν μεταφράζεις ποίηση, μπορείς – πολύ συχνότερα απ’ ό,τι κατά κανόνα συμβαίνει στην πεζογραφία ή στον θεωρητικό λόγο – να επιλέξεις ο ίδιος τι θέλεις να μεταφράσεις · οι προσωπικές ανακαλύψεις, προτιμήσεις και προτάσεις είναι συνήθως καλοδεχούμενες από τους διευθυντές λογοτεχνικών περιοδικών ή τους εκδότες που δραστηριοποιούνται σε αυτή τη γωνίτσα της εκδοτικής παραγωγής που συνιστά η έκδοση της ποίησης. Το γεγονός ότι είναι υποχρεωμένος κανείς να μεταφράζει πού και πού κανένα αστυνομικό ή να αναλαμβάνει ξερές τεχνικές μεταφράσεις, επειδή μόνο με τέτοιες ενδιαφέρουσες προτάσεις προς εκδότες ποίησης δύσκολα τα βγάζει πέρα, προτιμά να το αποσιωπήσει όταν συστήνεται σε αγνώστους. 
 
Έτσι κι εγώ, αφότου μετακόμισα στο Βερολίνο το 2010, ξεχύθηκα προς άγρα νέων ποιητικών ανακαλύψεων, εξοικειώθηκα ιδιαίτερα με τη ζωντανή ποιητική σκηνή του Βερολίνου και μετέφρασα νέες, τολμηρές και ριζοσπαστικές ποιητικές φωνές (όπως λ.χ. αυτή της Ann Cotten), οι οποίες, όπως μου φαινόταν, κατέθεταν, η καθεμιά με τον δικό της τρόπο, μια απάντηση στο ερώτημα ποια θα είναι η ποιήση του 21ου αιώνα. Στα χέρια μου έφτασε, μάλιστα, ύστερα από καλύ σύσταση, και μια ποιητική σύνθεση με θέμα την ίδια την πόλη του Βερολίνου – και βάλθηκα να τη μεταφράσω: Πρόκειται για το βιβλίο Πόλη αμφίδρομη επικοινωνίας – ground zero του Gerhard Falkner (εκδ. kookbooks 2005, και, στα ελληνικά, εκδ. Γαβριηλίδης 2011), που στοχάζεται πάνω στη σχέση πόλης και γλώσσας και φέρνει τα δύο αυτά πεδία σε γόνιμο διάλογο μεταξύ τους.
 
Απόλαυσα έτσι για κάποια χρόνια αυτή την ελευθερία της επιλογής, ώσπου το 2016 κατέφθασε έξωθεν μια πρόταση – έτσι, για εναλλαγή, ύστερα από τις δικές μου προσπάθειες για την προώθηση της σύγχρονης γερμανόφωνης ποίησης στην Ελλάδα –, η οποία φαινόταν αρκούντως προκλητική: Το πρότζεκτ ονομαζόταν Constellation of Debt («Αστερισμός του χρέους»), την οργάνωση και τον συντονισμό είχε η ποιήτρια και κοινωνιολόγος Ναταλία Καραγιάννη. Επρόκειτο για έναν συλλογικό ποιητικό διάλογο ανάμεσα σε δέκα ελληνόφωνους και δέκα γερμανόφωνους ποιητές γύρω από το θέμα του χρέους, με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και τις επιδεινούμενες πολιτικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας να αποτελούν την αφετηρία και το φόντο της ποιητικής ανταλλαγής, με την προβληματική όμως να εκτείνεται προγραμματικά πολύ πιο πέρα από την τρέχουσα συγκυρία και να περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες εκφάνσεις της έννοιας του χρέους, που συνήθως δεν μελετούνται ή συζητούνται επαρκώς. Ως βάση αυτού του ελληνογερμανικού διαλόγου χρησίμευαν οι μεταφράσεις των ποιημάτων που γράφονταν στο πλαίσιο του πρότζεκτ, για τις οποίες εγώ – ως μοναδική μεταφράστρια εν υπηρεσία – είχα την πλήρη ευθύνη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε η επιτελεστικότητα του πρότζεκτ: Στον «Αστερισμό του χρέους» οι συμμετέχοντες ποιητές ήταν χωρισμένοι σε δέκα ζευγάρια, που αποτελούνταν κάθε φορά από έναν Γερμανό/μία Γερμανίδα και έναν Έλληνα/μία Ελληνίδα ποιητή/ποιήτρια. Οι ποιητές καλούνταν όχι μόνο να στοχαστούν ποιητικά την έννοια του χρέους, αλλά και να την πραγματώσουν επιτελεστικά, εναλλασσόμενοι στους ρόλους των «πιστωτών» και των «χρεωστών»: Χρωστούσαν ο ένας στον άλλον ποιήματα, τα οποία έπρεπε να «πληρωθούν» εντός καθορισμένων προθεσμιών. Τα κείμενά που παρήγαγαν συνομιλούσαν μεταξύ τους, συγκεκριμένα θέματα και μοτίβα περνούσαν από το ένα ποίημα στο άλλο, διευρυνόμενα και μετασχηματιζόμενα.
Τα ποίηματα που προέκυψαν κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν περισσότερο μεταξύ τους, τόσο από άποψη μορφής όσο και από άποψη περιεχομένου. Ο πολυφωνικός, διαλογικός χαρακτήρας του έργου, καθώς και η μεγάλη ποικιλία των ποιητικών φωνών που συμμετείχαν σε αυτό σηματοδοτούσαν τις ιδιαίτερες μεταφραστικές δυσκολίες με τις οποίες είχα να παλέψω κατά τη διάρκεια του πρότζεκτ. Οι ίδιοι παράγοντες καθιστούν τώρα εξαιρετικά δύσκολη την επιλογή, εν είδει παραδείγματος, ενός ποιήματος μέσα από αυτό το σώμα των κειμένων. Παίρνω παρ’ όλα αυτά το ρίσκο της επιλογής και παραθέτω – στο γερμανικό πρωτότυπο καθώς και στην ελληνική μετάφρασή μου – το ποίημα «Χρόνος και χρήμα» της Μonika Rinck (γενν. 1969), το οποίο αφενός αντιπροσωπεύει μόνο τον εαυτό του, προσφέροντας συγχρόνως τη δυνατότητα μιας πρώτης επαφής με την ποιητική αυτής της υπέροχα ιδιοσυγκρασιακής ποιήτριας, και αφετέρου μου επιτρέπει μερικές καταληκτικές παρατηρήσεις γενικού χαρακτήρα:
 
Zeit und Geld
 
"Oh dear! Oh dear! I shall be too late!"
The White Rabbit
 
Geld ist wesenhaft zeitlich, weil es zirkulieren muss
Samuel Weber

 
 
Was wird denn geschehen, wenn Zeit wirklich Geld ist?
Die Armen sterben und die Reichen werden weiterleben.
 
Die tackernden Assistenten des Künstlers generieren
ein Werk, das ihnen nicht mehr gehört. Sie tackern
auch an hohen Feiertagen, am Karfreitag tackern sie
des Künstlers großes Werk zusammen. Wahrheit!
 
Gott hat seinen Sohn gegeben, uns zu erlösen –
der Menschheit ihre Schuld zu nehmen,
Dein Glaube sei Dein Kredit, je höher, desto gläubiger.
 
Und das Anwachsen der gewaltigen Schuld sei
dann die Bedingung der Erlösung.
Und es seien alle einander verschuldet, oder heirateten
und seien dann alle miteinander verwandt.
 
Ich löse die Zeit in zähflüssige Lotionen auf.
Ich wate durch den Schlamm, in dem die Stunden
sich mit Leere füllen, blubbern. Zeit und Geld.
Das ist nur der Serviervorschlag dieses Gedichtes.
 
Was verloren ging: Der Beginn,
der keinem Auftrag folgt – der benebelte Schritt,
auf die Lichtung, um die Schichten,
die es gar noch nicht gibt, voneinander zu lösen.
Und dann lösten sie sich
im Licht der glitzernden Birken.
  
 
Χρόνος και χρήμα


"Oh dear! Oh dear! I shall be too late!"
The White Rabbit

«Το χρήμα είναι ουσιωδώς χρονικής φύσεως, επειδή πρέπει να κυκλοφορήσει.»
Samuel Weber

 
Και τι θα συμβεί δηλαδή, αν ο χρόνος είναι όντως χρήμα;
Οι φτωχοί πεθαίνουν και οι πλούσιοι θα συνεχίσουν να ζουν.
 
Οι βοηθοί του καλλιτέχνη με το καρφωτικό γεννούν
ένα έργο που δεν τους ανήκει πια. Καρφώνουν
ακόμα και τις αργίες, τη Μεγάλη Παρασκευή
καρφώνουν και συρράπτουν
του καλλιτέχνη το μεγάλο έργο. Την αλήθεια!
 
Ο Θεός έστειλε τον υιό του για να μας λυτρώσει –
ν’ απαλλάξει την ανθρωπότητα από τα χρέη της,
η πίστη σου είναι η πίστωσή σου, όσο πιο υψηλή τόσο πιο πιστός.
 
Και η συσσώρευση του τεράστιου χρέους είναι
τότε η προϋπόθεση της λύτρωσης.
Και όλοι είναι μεταξύ τους χρεωμένοι, ή παντρεύονται
και είναι τότε όλοι μεταξύ τους συγγενείς.
 
Διαλύω τον χρόνο σε παχύρρευστες λοσιόν.
Τσαλαβουτώ μες στη λάσπη, όπου οι ώρες
γεμίζουν με κενό, βγάζουν φουσκάλες. Χρόνος και χρήμα.
Δεν είναι παρά μόνο η πρόταση σερβιρίσματος για αυτό το ποίημα.
 
Αυτό που χάθηκε: το ξεκίνημα,
που δεν ακολουθεί καμιά εντολή, το αβέβαιο βήμα
προς το ξέφωτο, για να ξεχωρίσεις τα στρώματα,
που δεν διαμορφώθηκαν ακόμα.
Και τότε ξεχώρισαν μόνα τους
στο φως των σημύδων που αστράφτουν.
 
 
Στο παρόν ποίημα βρίσκονται όλα τα στοιχεία ενός τυπικού ποιήματος της Monika Rinck – εφόσον υφίσταται κάτι τέτοιο: ο συνδυασμός μεταξύ ανάλαφρου και νηφάλιου τόνου, παιγνίου και σοβαρότητας, αναίδειας και κομψότητας, ποπ κουλτούρας και φιλοσοφίας, καθημερινών αντικειμένων και αφηρημένων συλλογισμών, συνδυασμός ο οποίος τίθεται στην υπηρεσία μιας ποιητικής σκέψης που προωθείται κυρίως μέσω νοητικών αλμάτων και ελεύθερων συνειρμών και ενισχύεται από παρηχήσεις ή και από ετυμολογικές συνδέσεις. Για να αναφέρω μόνο ορισμένες εξ αυτών: η επανάληψη της κατάληξης «-en» στον δεύτερο στοίχο («Die Armen sterben und die Reichen werden weiterleben») · η ηχητική σύνδεση μεταξύ «ging» και «Beginn», όπως και το ηχητικό παιχνίδι μεταξύ των λέξεων «Schritt», «Lichtung», «Schichten» και «Licht» στην τελευταία στροφή · πάνω απ’ όλα, η αμφισημία της λέξης «gläubiger» στα γερμανικά (πρόκειται για τον συγκριτικό βαθμό του επιθέτου «gläubig», που σημαίνει πιστός, η ίδια λέξη όμως, γραμμένη με κεφαλαίο, δηλώνει τον πιστωτή, δηλαδή το πρόσωπο που απαιτεί από κάποιον άλλον, τον χρεώστη, την καταβολή ενός οφειλούμενου ποσού, του χρέους), πάνω στην οποία η ποιήτρια στηρίζει την εξίσωση μεταξύ «Glauben» και «Kredit», δηλαδή μεταξύ ποίησης και δανείου, ή αλλιώς μεταξύ «πίστης» και «πίστωσης», όπως επιχειρήθηκε να μεταφερθεί αντιστοίχως το ποιητικό παιχνίδι της Rinck στην ελληνική μετάφραση του ποιήματος. 
Για να επιστρέψω άλλη μια φορά, κλείνοντας, στις χαρές της μετάφρασης της ποίησης: Όταν μεταφράζεις ποιήματα όπως το παραπάνω της Monika Rinck, μαθαίνεις να αποδίδεις όχι τόσο τις μεμονωμένες λέξεις όσο κυρίως την αρχή που διέπει το ποίημα, τη συνδυαστική των στοιχείων, την αλληλενέργεια μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Μαθαίνεις προπάντων, για να παραμείνουμε στην οικονομική ζαργκόν, να στοχεύεις στην υπεραξία της σημασίας. Κι αυτό σίγουρα δεν είναι λίγο. Έστω κι αν οι άλλοι σε περνάνε ενίοτε για κάποιο παράξενο πτηνό.


Πρόκειται για την επεξεργασμένη εκδοχή της ομιλίας που εκφώνησε η συγγραφέας στις 23/11/2019, στο πλαίσιο του συμποσίου «Parataxe VI. Ü-Berlin. Οι διεθνείς μεταφραστές του Βερολίνου», που πραγματοποιήθηκε στο Literarisches Colloquium Berlin.

Πρώτη δημοσίευση στα γερμανικά:
https://stadtsprachen.de/text/lyrikuebersetzen-als-extremsportart/
 
Μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρίνα Αγαθαγγελίδου