Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Οι τόποι καταγωγής μας

Βιβλία
© Goethe-Institut

Αναζήτηση ταυτότητας, ιστορίες από το χωριό, γερμανικές βιογραφίες: παρά τον κορωνοϊό η εκδοτική χρονιά 2020 είναι δυνατή.
 
του Christoph Schröder
 
Η κρίση του κορωνοϊού έχει πλήξει σφοδρά, μεταξύ άλλων, και τον γερμανικό κλάδου του βιβλίου. Ακόμη και αν τα νούμερα των πωλήσεων του Ιουνίου 2020 ήταν αναπάντεχα υψηλά, το οικονομικό έτος 2020 θα κλείσει με απώλειες, τόσο για την αγορά βιβλίου όσο και για τους εκδοτικούς οίκους. Λόγω της ακύρωσης της Έκθεσης Βιβλίου της Λειψίας και του lockdown που ίσχυσε για τις εκδηλώσεις, το κοινό ελάχιστες ευκαιρίες είχε να εκτιμήσει σε όλο της το εύρος την αναμφίβολα υψηλή λογοτεχνική ποιότητα των εαρινών νέων αφίξεων στον χώρο του βιβλίου. Οι διοργανωτές λογοτεχνικών εκδηλώσεων επιχειρούν τώρα λίγο λίγο να εξασφαλίσουν στα βιβλία αυτά μια «δεύτερη άνοιξη» ‒όπως ονομάζεται η πρωτοβουλία ενός παγγερμανικού δικτύου‒, ωστόσο ήδη από τα τέλη Ιουλίου θα βρίσκονται στα βιβλιοπωλεία οι νέοι, φθινοπωρινοί τίτλοι.

Η δέσμη θεμάτων που αφορά τη διαμόρφωση ταυτότητας και τα ερωτήματα γύρω από το προσωπικό καταφύγιο μέσα σε μια μεταβαλλόμενη, ολοένα πιο ετερογενή κοινωνία θα απασχολήσει τους αναγνώστες και τη φετινή χρονιά. Όπως επίσης και το ερώτημα του πώς οι αυξανόμενες ιδεολογικές εντάσεις και τα μέτωπα συγκρούσεων μπορούν να αποτυπωθούν λογοτεχνικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Saša Stanišić κέρδισε την περασμένη χρονιά το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου με ένα έργο το οποίο έφερε στον τίτλο του τη λέξη «καταγωγή» και ανταποκρίθηκε μέσα από μια αυτομυθοπλαστική διαδικασία γραφής στην εντεινόμενη ανάγκη για λογοτεχνική επεξεργασία προσωπικών βιωμάτων. Την άνοιξη του 2020 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της Olivia Wenzel 1000 Serpentinen Angst [«1.000 ατραποί του φόβου»]. Κόρη μιας Γερμανίδας πανκ κι ενός Ανγκολέζου πατέρα, η Wenzel, που γεννήθηκε το 1985 στη Βαϊμάρη, επιχειρεί στο βιβλίο της μια ρυθμική ενδοσκόπηση σε διαλογική μορφή, η οποία περιστρέφεται ως επί το πλείστον γύρω από τα προβλήματα διαρθρωτικής περιθωριοποίησης και διακρίσεων και μιλά για το πώς είναι να μεγαλώνεις στιγματισμένος σε δύο γερμανικά κράτη.

Olivia Wenzel, Ronya Othmann, Thilo Krause

Στην κατηγορία των autofiction μυθιστορημάτων από συγγραφείς που έχουν οι ίδιοι μεταναστευτικό υπόβαθρο εμπίπτει και το λογοτεχνικό ντεμπούτο της Ronya Othmann, που γεννήθηκε το 1993 στο Μόναχο. Με ένα απόσπασμα του μυθιστορήματός της η Othmann πυροδότησε πέρυσι στις Ημέρες Γερμανόφωνης Λογοτεχνίας μια εξαιρετικά περίπλοκη συζήτηση στην κριτική επιτροπή, η οποία είχε ως θέμα το κατά πόσον μπορούν να αξιολογηθούν λογοτεχνικά οι προσωπικές εμπειρίες. Το Die Sommer [«Τα καλοκαίρια»], όπως τιτλοφορείται το μυθιστόρημα της Othmann το οποίο θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο, είναι ένα βιβλίο που μιλά για τη ζωή και το βίωμα ανάμεσα σε δύο πολιτισμικούς χώρους. Η Leyla, η πρωταγωνίστρια, είναι κόρη μιας Γερμανίδας μητέρας και ενός Κούρδου Γεζίντι, εκείνης της εθνοτικής ομάδας που καταδιώκεται από το ISIS ως ομάδα απίστων και το 2014 σφαγιάστηκε με κτηνώδη τρόπο, μια πράξη που χαρακτηρίστηκε γενοκτονία από τον ΟΗΕ. Ο κατακερματισμός του χρόνου, που γίνεται αισθητός και στην ανακολουθία ανάμεσα στις διαφορετικές βιωμένες πραγματικότητες, δεν χρειάζεται ωστόσο κατ’ ανάγκη ένα μεταναστευτικό υπόβαθρο για να απεικονίσει με πιστευτό τρόπο το παρόν.
 
Ο συγγραφέας Thilo Krause, για παράδειγμα, που ως τώρα είχε εμφανιστεί στα λογοτεχνικά πράγματα ως ποιητής και έχει τιμηθεί για τα ποιήματά του με το σημαντικό Βραβείο Peter Huchel, θα παρουσιάσει στα τέλη Αυγούστου το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Elbwärts [«Προς τον Έλβα»]. Ο Krause, γεννημένος στη Δρέσδη, αφηγείται σε αυτό με μια πλούσια σε εικόνες και εύληπτη γλώσσα για την επιστροφή ενός ζευγαριού στα πάτρια εδάφη, σ’ ένα χωριό της Σαξονικής Ελβετίας. Το παρελθόν αναβιώνει για τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή με τη μορφή αναμνήσεων φορτωμένων ενοχές, ενώ στο παρόν κάποιοι νεοναζί στήνουν μια θερινή κατασκήνωση και το ζευγάρι έρχεται αντιμέτωπο με την καχυποψία του χωριού. Σε ένα χωριό τοποθετεί την πλοκή του και ο Christoph Peters ‒μάλιστα το ενσωματώνει στον τίτλο ήδη‒ στο Dorfroman [«Το μυθιστόρημα του χωριού»], που θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο. Ο Peters, ο οποίος γεννήθηκε στο Νίντερραϊν, είχε διηγηθεί στο θαυμάσιο μυθιστόρημά του Wir in Kahlenbeck [«Εμείς στο Κάλενμπεκ»] (2012) για μια εφηβική ηλικία σ’ ένα καθολικό οικοτροφείο αρρένων στα ολλανδικά σύνορα. Τώρα, έπειτα από τις εξαιρετικά ευφυείς και ψυχαγωγικές λοξοδρομήσεις του προς το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Peters κάνει μια νέα αρχή με το Dorfroman: Ο αφηγητής του επισκέπτεται τους γονείς του στο Χύλκενντονκ. Και σε αυτή την περίπτωση, η επίσκεψη αποτελεί την αφορμή για να ξετυλιχτεί ένα μεγάλο πανόραμα αναμνήσεων και, το αργότερο όταν προκύπτει το θέμα της κατασκευής ενός πυρηνικού σταθμού και των παρεπόμενων ιδεολογικών αγώνων, γίνεται σαφές ότι το Χύλκενντονκ ίσως έχει πολλά κοινά στοιχεία με τη γενέτειρα του Peters, το Κάλκαρ.
 
Τα βιώματα και τις βιογραφίες από την Ανατολική Γερμανία έχουν ως θέμα δύο από τα πιο αξιοπρόσεκτα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει ως τώρα μέσα σε αυτή τη χρονιά: το περίτεχνης σύνθεσης και υποψήφιο για το Βραβείο της Έκθεσης Βιβλίου της Λειψίας μυθιστόρημα του Ingo Schulze Die rechtschaffenen Mörder [«Οι τίμιοι δολοφόνοι»] αναπλάθει την ιστορία ενός εμπόρου βιβλίων και παλαιοβιβλιοπώλη, ο οποίος την εποχή της ΛΔΓ γίνεται ένα είδος φάρου των αντιφρονούντων διανοουμένων και μετά την πτώση του Τείχους τα χάνει όλα: την οικονομική του επιφάνεια, τη σπουδαιότητά του, τις πνευματικές του βάσεις. Κανείς δεν τον χρειάζεται πια, κανείς δεν θέλει πια να τον δει. Το αν πράγματι ριζοσπαστικοποιείται και γίνεται ένας οργισμένος πολίτης από το στρατόπεδο των καλλιεργημένων αστών, ο Schulze το αφήνει ανοιχτό, αλλά το μυθιστόρημα παρουσιάζει ένα γενικό γερμανικό φαινόμενο: Το πώς κάποιος ο οποίος νιώθει ότι δεν τον καταλαβαίνουν αυτοσκηνοθετείται αίφνης ως εχθρός του συστήματος.

Christoph Peters, Ingo Schulze, Lutz Seiler

Ο Lutz Seiler πάλι, που γεννήθηκε το 1963 στην πόλη Γκέρα, τιμήθηκε για το μυθιστόρημά του Stern 111 με το Βραβείο της Έκθεσης Βιβλίου της Λειψίας. Ο Carl Bischoff, ήρωας και alter ego του Seiler, πηγαίνει τον Δεκέμβριο του 1989 από τη Θουριγγία στο Βερολίνο, όπου γρήγορα προσχωρεί σε ένα κοινόβιο στο Πρέντσλαουερ Μπεργκ, το οποίο ονειρεύεται την απόλυτη ελευθερία και μια μόνιμη κατάσταση αναρχίας, τρόπον τινά. Είναι η εποχή ανάμεσα στα δύο κράτη, ανάμεσα στη ΛΔΓ και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την οποία ο Seiler απαθανατίζει σε δυνατές εικόνες και με οξυδερκή παρατηρητικότητα. Παράλληλα, ο Seiler αφηγείται για τους γονείς του Carl που ξεκινούν εκ νέου και από το μηδέν στη Δυτική Γερμανία, για να βρουν εν τέλει την ευτυχία σε μια άλλη ήπειρο. Στο Stern 111 κάνει μια εμφάνιση και ο Κρούζο, ο ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Seiler, που έλαβε το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου, εδώ ως ριζοσπάστης αγωνιστής των δρόμων ο οποίος θέλει να επιστρατεύσει τα σκυλιά των συνοριοφυλάκων της πρώην ΛΔΓ για την προστασία των κατειλημμένων σπιτιών του Βερολίνου. Ένα βιβλίο που έχει αξία τόσο ως ντοκουμέντο μιας εποχής όσο και ως λογοτέχνημα – και που εμπεριέχει επίσης μια… ομιλούσα κατσίκα.
 
Αυτεπίγνωση, ιστορίες για την ίδρυση της χώρας, βιώματα πολιτισμικής ετερογένειας – ό,τι περιγράφεται με τον όρο «πολιτική ταυτότητας» βρίσκει και φέτος, το 2020, ποικίλες αισθητικά εκφράσεις στη βιβλιοπαραγωγή της γερμανόφωνης σύγχρονης λογοτεχνίας. Μπορούμε να πούμε ότι, σε πείσμα του κορωνοϊού, είναι μια δυνατή χρονιά για το βιβλίο.


Ο Κρίστοφ Σρέντερ ζει στη Φραγκφούρτη/Μάιν ως ανεξάρτητος συγγραφέας, (Eφημερίδες: Süddeutsche Zeitung, Tagesspiegel, Die Zeit), και είναι καθηγητής Κριτικής Λογοτεχνίας στο εκεί Πανεπιστήμιο.

Μετάφραση: Πελαγία Τσινάρη